Victoria's Secret: Στα 38, στα 40, με παιδιά ή χωρίς- Συγγνώμη, αλλά το Fantasy Bra δεν ήταν το θέμα
Η Victoria's Secret, η βιομηχανία που έχτισε μια ολόκληρη αυτοκρατορία πάνω στην τελειότητα του γυναικείου σώματος, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις γυναίκες που κάποτε θα θεωρούσε πολύ μεγάλες για τα φτερά της. Μητέρες, σαραντάρες, γυναίκες με διαδρομή, ιστορία και μια σεξουαλικότητα που δεν χωράει σε ηλικιακά όρια ξαναγράφουν τους όρους του θεάματος, καθιστώντας σαφές ότι η γυναικεία ύπαρξη δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Έχει μια σχεδόν ξεδιάντροπη ειρωνεία να παρακολουθείς τη βιομηχανία που έβγαλε εκατομμύρια από τη γυναικεία ανασφάλεια να ανακαλύπτει, με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών και την απαραίτητη εμπορική συγκίνηση, ότι οι γυναίκες μεγαλώνουν, γεννούν, αποκτούν ρυτίδες, αλλάζουν σώματα, εραστές, προτεραιότητες και αντιλήψεις, διατηρώντας μάλιστα το θράσος να εξακολουθούν να θεωρούν τον εαυτό τους επιθυμητό. Η Victoria's Secret, που επί χρόνια αντιμετώπισε τη γυναικεία ομορφιά περίπου ως προϊόν αυστηρών εργοστασιακών προδιαγραφών, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις ίδιες τις γυναίκες που κάποτε ανέδειξε σε παγκόσμια πρότυπα, μόνο που στο μεταξύ εκείνες απέκτησαν παιδιά, εμπειρίες, προσωπική ιστορία και μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα σχέση με τον χρόνο από αυτή που προβλέπουν τα διαφημιστικά εγχειρίδια της αιώνιας νεότητας.
Άλλωστε, η ιδέα ότι η γυναικεία γοητεία υπόκειται σε κάποια αόρατη ημερομηνία λήξης αποτελεί μία από τις πιο ανθεκτικές και επικερδείς κοινωνικές απάτες, με την ηλικία να αντιμετωπίζεται ως αισθητικό ελάττωμα, τη μητρότητα ως υποχρεωτική αναθεώρηση της σεξουαλικής ταυτότητας και το γυναικείο σώμα ως ένα διαρκώς υπό αξιολόγηση περιουσιακό στοιχείο. Μια ολόκληρη κουλτούρα έχει εκπαιδεύσει τις γυναίκες να διαπραγματεύονται με τον χρόνο σαν να χρωστούν εξηγήσεις για κάθε του αποτύπωμα, επενδύοντας χρήματα, ενέργεια και αυτοεκτίμηση σε μια ατελείωτη διαδικασία συντήρησης της εικόνας τους, προκειμένου να παραμένουν αποδεκτές από ένα σύστημα που επινόησε πρώτα την ανασφάλεια και στη συνέχεια πούλησε πανάκριβα τη θεραπεία της.
Και κάπως έτσι, η επιστροφή των παλιών αγγέλων στην πασαρέλα αποκτά μια σχεδόν απολαυστική πολιτική διάσταση, καθώς οι γυναίκες που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν για να ορίσουν τα όρια της επιθυμητής θηλυκότητας επιστρέφουν έχοντας ήδη παραβιάσει έναν από τους πιο παράλογους κανόνες της, εκείνον που απαιτεί από μια γυναίκα να παραμένει αιώνια νέα για να δικαιούται να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής.
Μετά το ντεμπούτο της Kylie Jenner ως Άγγελος της Victoria's Secret, όλες αναζητούν έναν Chalamet
Victoria's Secret: Τα hot runway looks & το ντεμπούτο της Kylie Jenner με το Fantasy Bra των 50 εκ.
Ηλιάνα Παπαγεωργίου: Η μόνη Ελληνίδα στο Victoria’s Secret Show 2026 και το beauty hack πριν το show
Victoria's Secret Fashion Show 2026: Τα beauty looks που προβλέπουμε και το μεγάλο comeback
Από το εργοστάσιο της τελειότητας στην κρίση των αγγέλων
Η Victoria's Secret είχε καταλάβει από πολύ νωρίς κάτι που η βιομηχανία της μόδας γνώριζε ανέκαθεν και η διαφήμιση τελειοποίησε με σχεδόν επιστημονική ακρίβεια, ότι η γυναικεία ανασφάλεια αποτελεί ένα από τα πιο ανθεκτικά εμπορικά κεφάλαια και πως η κατασκευή ενός απρόσιτου προτύπου ομορφιάς μπορεί να αποφέρει πολύ μεγαλύτερα κέρδη από οποιοδήποτε προϊόν πωλείται στο όνομά του. Το 1995, στο Plaza Hotel της Νέας Υόρκης, πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίδειξη της εταιρείας, που σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς παραγωγής εικόνων της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, με τα περίφημα φτερά να εμφανίζονται το 1998 και γυναίκες όπως η Tyra Banks, η Heidi Klum, η Gisele Bündchen, η Adriana Lima και η Alessandra Ambrosio να μετατρέπονται σε παγκόσμια σύμβολα μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης και αυστηρά επιμελημένης εκδοχής θηλυκότητας.
Τα ετήσια shows απέκτησαν την αίγλη μεγάλων τηλεοπτικών παραγωγών, οι Άγγελοι αντιμετωπίζονταν περίπου ως κινηματογραφικοί αστέρες και το Fantasy Bra, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1996 με την Claudia Schiffer, καθιερώθηκε ως το απόλυτο φετίχ μιας βιομηχανίας που είχε αναγάγει την υπερβολή σε επιχειρηματική στρατηγική. Το 2000 η Gisele Bündchen φόρεσε ένα σχέδιο αξίας 15 εκατομμυρίων δολαρίων, το 2003 η Heidi Klum ένα αντίστοιχο αξίας 11 εκατομμυρίων, ενώ το 2014 η Adriana Lima και η Alessandra Ambrosio εμφανίστηκαν με δύο δημιουργίες αξίας 2 εκατομμυρίων δολαρίων η καθεμία, προσφέροντας στο κοινό ένα θέαμα όπου η γυναικεία ομορφιά παρουσιαζόταν κυριολεκτικά επενδυμένη με πολύτιμους λίθους και αποτιμημένη σε αστρονομικά ποσά.
Ολόκληρη αυτή η αισθητική αυτοκρατορία λειτουργούσε πάνω σε μια εξαιρετικά πειθαρχημένη αντίληψη για το γυναικείο σώμα, το οποίο όφειλε να διατηρεί συγκεκριμένες αναλογίες, να αντιστέκεται στις φυσιολογικές μεταβολές του χρόνου και να ανταποκρίνεται σε ένα πρότυπο που απαιτούσε ατελείωτες ώρες προπόνησης, αυστηρή διατροφική επιτήρηση και μια σχεδόν επαγγελματική προσήλωση στην τελειότητα.
Η εμπορική ιδιοφυΐα του εγχειρήματος βρισκόταν ακριβώς στην ικανότητά του να μετατρέπει αυτή την εξαιρετικά περιορισμένη αισθητική σε καθολική φιλοδοξία, καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό γυναικείο σώμα και στο ιδανικό αποτελεί ένα προσωπικό έλλειμμα που χρειάζεται διαρκή διόρθωση.
Η αντίδραση απέναντι σε αυτή τη βιομηχανικά κατασκευασμένη θηλυκότητα άρχισε να αποκτά σοβαρές διαστάσεις κατά τη δεκαετία του 2010, όταν η συζήτηση για τη συμπερίληψη, τη σωματική αυτονομία και την εκπροσώπηση διαφορετικών γυναικών έφερε τη Victoria's Secret αντιμέτωπη με τις ίδιες τις κοινωνικές αντιλήψεις πάνω στις οποίες είχε οικοδομήσει την επιτυχία της. Η περιορισμένη ποικιλομορφία των μοντέλων, οι δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών της και η σταδιακή απομάκρυνση ενός κοινού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί τα παραδοσιακά πρότυπα ομορφιάς συνέβαλαν σε μια ευρύτερη κρίση ταυτότητας, η οποία κορυφώθηκε με την ακύρωση του ετήσιου show το 2019, ύστερα από την τελευταία παραδοσιακή επίδειξη του 2018.
Η επιστροφή του θεσμού το 2024, έπειτα από έξι χρόνια απουσίας, συνοδεύτηκε από μια εμφανή προσπάθεια αισθητικής και ιδεολογικής αναθεώρησης, με γυναίκες διαφορετικών ηλικιών, σωματότυπων και προσωπικών διαδρομών να αποκτούν θέση σε μια πασαρέλα που για δεκαετίες λειτουργούσε ως άτυπος μηχανισμός αποκλεισμού. Η εταιρεία ανακάλυπτε επιτέλους ότι η γυναικεία πραγματικότητα είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το στενό καλούπι μέσα στο οποίο προσπαθούσε να τη χωρέσει, αν και θα ήταν μάλλον αφελές να αγνοήσουμε ότι αυτή η καθυστερημένη κοινωνική ευαισθησία συνέπεσε με την ανάγκη εμπορικής επανατοποθέτησης ενός brand που είχε αρχίσει να χάνει την πολιτισμική του επιρροή.
Η φετινή διοργάνωση πρόσθεσε μια ακόμη πιο απολαυστική διάσταση σε αυτή την ιστορική αναθεώρηση, καθώς γυναίκες που είχαν κάποτε ενσαρκώσει το περίφημο ιδανικό της Victoria's Secret επέστρεψαν έχοντας μεγαλώσει, αποκτήσει παιδιά και διαμορφώσει ζωές πολύ πιο σύνθετες από την εικόνα που η εταιρεία είχε επενδύσει επάνω τους, καθιστώντας σαφές με την ίδια τους την παρουσία πόσο παράλογο υπήρξε εξαρχής το κοινωνικό αίτημα να παραμένει η γυναικεία ομορφιά αιώνια καθηλωμένη στη νεότητά της.
Συγγνώμη, αλλά το πραγματικό Fantasy Bra δεν κόστιζε 50 εκατομμύρια
Η Kylie Jenner έκανε το ντεμπούτο της στην πασαρέλα της Victoria's Secret με ένα Fantasy Bra αξίας 50 εκατομμυρίων δολαρίων, εξασφαλίζοντας στην εταιρεία την προβλέψιμη επικοινωνιακή φρενίτιδα που συνοδεύει κάθε εμφάνιση της οικογένειας Kardashian-Jenner και προσφέροντας στα διεθνή μέσα ενημέρωσης ένα ακόμη επεισόδιο της συλλογικής μας εμμονής με τον πλούτο, τη διασημότητα και την εξωφρενική αποτίμηση της γυναικείας εικόνας. Η επιλογή της υπήρξε εμπορικά ευφυής, καθώς η Jenner διαθέτει την ικανότητα να μετατρέπει ακόμη και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια της δημόσιας παρουσίας της σε παγκόσμιο γεγονός, ενώ τα εκατομμύρια των διαμαντιών προσέφεραν το ιδανικό περιτύλιγμα σε ένα θέαμα που γνωρίζει εδώ και δεκαετίες πώς να πουλάει την υπερβολή ως πολιτισμική είδηση.
Μόνο που αυτή η σχεδόν αυτοματοποιημένη δημοσιογραφική προσήλωση στο ακριβότερο αντικείμενο της βραδιάς άφησε σε δεύτερο πλάνο μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία εξελισσόταν στην ίδια πασαρέλα και αφορούσε κάτι που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε καράτια, χορηγίες και ψηφιακές προβολές. Οι γυναίκες που κάποτε αποτέλεσαν την επιτομή της αισθητικής αυτοκρατορίας της Victoria's Secret επέστρεψαν έχοντας μεγαλώσει, αποκτήσει παιδιά, διανύσει διαφορετικές προσωπικές και επαγγελματικές διαδρομές και, κυρίως, παραβιάσει έναν από τους πιο επίμονους άγραφους κανόνες της βιομηχανίας, σύμφωνα με τον οποίο η γυναικεία επιθυμητότητα οφείλει να παραμένει καθηλωμένη σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή περίοδο.
Η Adriana Lima, στα 45 της και μητέρα τριών παιδιών, επέστρεψε στον θεσμό με τον οποίο ταυτίστηκε όσο ελάχιστες γυναίκες στην ιστορία της μόδας, έχοντας πλέον πίσω της περισσότερες από δύο δεκαετίες επαγγελματικής παρουσίας και μια προσωπική διαδρομή που καμία φωτογραφία της πασαρέλας δεν μπορεί να συνοψίσει. Η Alessandra Ambrosio, επίσης 45 ετών και μητέρα δύο παιδιών, βρέθηκε ξανά κάτω από τους προβολείς, η Irina Shayk στα 40 της, μητέρα μιας κόρης, συνέχισε να διεκδικεί τη θέση της σε έναν χώρο διαχρονικά εθισμένο στη νεότητα, ενώ η Ashley Graham, στα 38 της και μητέρα τριών παιδιών, υπενθύμισε με την παρουσία της ότι η επιθυμητή γυναικεία σιλουέτα δεν αποτελεί κάποιο παγκόσμια κατοχυρωμένο αισθητικό μονοπώλιο.
Στην ίδια πασαρέλα εμφανίστηκαν ακόμη η Candice Swanepoel, η Behati Prinsloo, η Gigi Hadid, η Elsa Hosk, η Jasmine Tookes και η Rosie Huntington-Whiteley, γυναίκες που έχουν συνδυάσει τη μητρότητα με την επαγγελματική τους ταυτότητα, χωρίς να παραδώσουν στην κοινωνική φαντασίωση της «σωστής μητέρας» το δικαίωμα να καθορίζουν οι ίδιες την εικόνα, τις φιλοδοξίες και την προσωπική τους εξέλιξη. Η παρουσία τους δημιουργούσε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτισμικό παράδοξο, καθώς ο θεσμός που συνέβαλε στην καθιέρωση ενός εξαντλητικά περιοριστικού προτύπου θηλυκότητας φιλοξενούσε πλέον γυναίκες που είχαν διανύσει αρκετή ζωή ώστε να αμφισβητούν με την ίδια τους την ύπαρξη την υποτιθέμενη καθολικότητά του.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο που αξίζει να σταθούμε, επειδή η κοινωνία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη γυναικεία ηλικία ως μια σταδιακή διαδικασία απώλειας της ερωτικής και κοινωνικής αξίας, επιφυλάσσοντας για τις μητέρες μια ακόμη πιο ασφυκτική εκδοχή αυτής της προκατάληψης. Η γυναίκα που αποκτά παιδιά καλείται να επαναπροσδιορίσει τις επιθυμίες της, να προσαρμόσει τη δημόσια παρουσία της σε έναν κατάλογο άγραφων κανόνων και να αποδεχτεί ότι η μητρότητα αποτελεί πλέον το κυρίαρχο φίλτρο μέσα από το οποίο θα αξιολογείται ολόκληρη η προσωπικότητά της, λες και η γέννηση ενός παιδιού συνεπάγεται αυτομάτως την παραίτηση από κάθε προηγούμενη εκδοχή του εαυτού της.
Ασφαλώς, η παρουσία μερικών από τα πιο διάσημα και οικονομικά προνομιούχα μοντέλα του πλανήτη δεν αρκεί για να ανατρέψει δεκαετίες κοινωνικών προκαταλήψεων, ούτε οι εξαιρετικά απαιτητικές αισθητικές προδιαγραφές της πασαρέλας εξαφανίζονται επειδή ορισμένες γυναίκες έχουν πλέον περάσει τα σαράντα. Υπάρχει, ωστόσο, μια ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η ίδια βιομηχανία που συνέβαλε στην εμπορευματοποίηση της γυναικείας νεότητας αναγκάζεται να αναγνωρίσει τη διαχρονική παρουσία γυναικών που έχουν μεγαλώσει, αλλάξει και αποκτήσει προσωπικές ιστορίες πολύ πιο ενδιαφέρουσες από την ηλικία που αναγράφεται στην ταυτότητά τους.
Κάπως έτσι, το πραγματικό Fantasy Bra της βραδιάς αποκτά μια εντελώς διαφορετική αξία, καθώς το ουσιαστικότερο θέαμα εξελίχθηκε γύρω από την αυτονόητη και ταυτόχρονα επίμονα αμφισβητούμενη δυνατότητα μιας γυναίκας να συνεχίζει να καταλαμβάνει δημόσιο χώρο, να είναι επιθυμητή, να αισθάνεται ελεύθερη και να διεκδικεί την προσωπική της ταυτότητα χωρίς να υποβάλλεται σε διαρκείς εξετάσεις ηλικιακής καταλληλότητας.
Και αν χρειάστηκαν τριάντα χρόνια, αμέτρητα εκατομμύρια δολάρια και μερικές από τις πιο διάσημες γυναίκες του πλανήτη για να αρχίσει η Victoria's Secret να καταλαβαίνει ότι η γυναικεία ζωή δεν τελειώνει μαζί με τη νεότητα, τότε το πραγματικά ακριβό πράγμα σε αυτή την ιστορία υπήρξε ανέκαθεν η κοινωνική μας καθυστέρηση.
Η μητρότητα δεν είναι παραίτηση από τον εαυτό σου
Η κοινωνία έχει μια σχεδόν παθολογική εμμονή να αντιμετωπίζει τη γυναικεία ζωή σαν ένα πρόγραμμα με αυστηρές προθεσμίες, το οποίο μάλιστα επιμένει να συντάσσει χωρίς τη συγκατάθεση της άμεσα ενδιαφερόμενης. Μέχρι πότε πρέπει να έχεις κάνει παιδιά, πότε θεωρείσαι υπερβολικά μεγάλη για να γίνεις μητέρα, πόσο γρήγορα οφείλεις να επιστρέψεις στη δουλειά, σε πόσες εβδομάδες πρέπει να εξαφανίσεις κάθε σωματική ένδειξη της εγκυμοσύνης και σε ποια ακριβώς ηλικία αναμένεται να αποσυρθείς διακριτικά από την αγορά της επιθυμίας, λες και η γυναικεία ύπαρξη συνοδεύεται από κάποιο αόρατο συμβόλαιο κοινωνικής συμμόρφωσης που υπογράφεται ερήμην της.
Η μητρότητα αποτελεί ίσως το πιο εξόφθαλμο πεδίο εφαρμογής αυτής της συλλογικής αυθάδειας, αφού από τη στιγμή που μια γυναίκα αποκτά παιδί, το σώμα της, ο χρόνος της, η επαγγελματική της διαδρομή και ακόμη και η σεξουαλικότητά της τίθενται υπό ένα καθεστώς ανεπίσημης δημόσιας επιτήρησης. Οφείλει να είναι αφοσιωμένη αλλά ανεξάρτητη, τρυφερή αλλά αποτελεσματική, επαγγελματικά δραστήρια αλλά διαρκώς διαθέσιμη, ερωτική αλλά ποτέ υπερβολικά προκλητική, περιποιημένη αλλά χωρίς να φαίνεται ότι ασχολείται υπερβολικά με τον εαυτό της, ενώ κάθε απόκλιση από αυτό το παράλογο εγχειρίδιο της ιδανικής μητέρας αντιμετωπίζεται περίπου ως ηθικό παράπτωμα από ανθρώπους που σπανίως αναλαμβάνουν το παραμικρό μερίδιο του κόστους.
Υπάρχει, βέβαια, μια εξαιρετικά βολική παγίδα και στη σύγχρονη εκδοχή της γυναικείας ενδυνάμωσης, ιδίως όταν η βιομηχανία της μόδας ανακαλύπτει τη μητρότητα ως ένα ακόμη επικοινωνιακό αφήγημα με ισχυρή εμπορική απόδοση. Η εικόνα μιας γυναίκας που επιστρέφει στην πασαρέλα λίγο μετά τη γέννηση του παιδιού της μπορεί να εκφράζει τη δική της επιθυμία, πειθαρχία και επαγγελματική αυτονομία, αλλά η μετατροπή αυτής της προσωπικής διαδρομής σε καθολικό πρότυπο επιτυχίας απειλεί να προσθέσει ακόμη μία απαίτηση στον ήδη εξαντλητικό κατάλογο όσων περιμένουμε από τις μητέρες, οι οποίες καλούνται πλέον να αποδεικνύουν ότι ακόμη και η λοχεία μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα σύντομο διάλειμμα παραγωγικότητας.
Και κάπου εδώ χρειάζεται να σταματήσουμε να μπερδεύουμε την ελευθερία με την υποχρέωση της διαρκούς υπέρβασης, επειδή η πραγματική αυτονομία μιας γυναίκας περιλαμβάνει εξίσου το δικαίωμα να επιστρέψει στη δουλειά της όταν το επιθυμεί, να παραμείνει στο σπίτι όσο χρειάζεται, να αγαπήσει το καινούργιο της σώμα, να δυσκολευτεί να το αναγνωρίσει, να επιδιώξει αλλαγές ή να αφήσει επιτέλους ήσυχο τον εαυτό της από αυτή την ατελείωτη διαδικασία αξιολόγησης. Καμία μητέρα δεν οφείλει να παρουσιάσει μια εντυπωσιακή ιστορία επαναφοράς, να ανακτήσει την προηγούμενη σιλουέτα της ή να αποδείξει ότι η γέννηση ενός παιδιού δεν επηρέασε καθόλου τη ζωή της, προκειμένου να θεωρηθεί επιτυχημένη, επιθυμητή ή επαρκής.
Άλλωστε, η ίδια η έννοια της «επιστροφής στον παλιό εαυτό» κουβαλά μια βαθιά προβληματική απαίτηση, καθώς προϋποθέτει ότι κάθε αλλαγή που επιφέρει η μητρότητα αποτελεί μια προσωρινή παρέκκλιση από κάποια ιδανική προηγούμενη κατάσταση. Οι γυναίκες δικαιούνται να εξελίσσονται χωρίς να υποχρεώνονται να απολογούνται για το ποια εκδοχή του εαυτού τους άφησαν πίσω, όπως δικαιούνται να μεγαλώνουν, να αλλάζουν προτεραιότητες, να επαναδιαπραγματεύονται τις επιθυμίες τους και να διεκδικούν μια ζωή που δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγική τους ιδιότητα.
Και επειδή η κοινωνική υποκρισία σπανίως εξαντλείται σε μία μόνο κατηγορία γυναικών, αξίζει να θυμόμαστε ότι η ίδια κουλτούρα που αντιμετωπίζει τη μητρότητα ως υποχρεωτικό προορισμό εξακολουθεί να κοιτάζει με καχυποψία όσες αποφασίζουν να μην αποκτήσουν παιδιά, απαιτώντας και από εκείνες μια απολογία για τη διαδρομή που επέλεξαν. Η γυναικεία ολοκλήρωση παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα στενό σύστημα κοινωνικών προσδοκιών, όπου η προσωπική επιλογή αναγνωρίζεται ως δικαίωμα μόνο όταν συμπίπτει με όσα οι άλλοι θεωρούν αποδεκτά.
Ίσως, λοιπόν, το πιο ουσιαστικό μήνυμα που μπορεί να προκύψει από την παρουσία μητέρων στην πασαρέλα της Victoria's Secret να αφορά ακριβώς αυτή την αυτονόητη αλλά επίμονα αμφισβητούμενη ελευθερία, το δικαίωμα μιας γυναίκας να συνεχίζει να υπάρχει ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με επιθυμίες, αντιφάσεις, φιλοδοξίες και αδυναμίες, χωρίς η μητρότητα ή η απουσία της να λειτουργεί ως οριστικός χαρακτηρισμός της ταυτότητάς της.
Γιατί αν υπάρχει κάτι που αξίζει πραγματικά να αποσυρθεί από τη γυναικεία ζωή, είναι αυτή η εξαντλητική κοινωνική απαίτηση να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι αξίζουμε τον χώρο που ήδη μας ανήκει.
Το πρόβλημα με τις σαραντάρες είναι ότι αρνούνται να εξαφανιστούν
Η κοινωνία έχει επιδείξει αξιοθαύμαστη δημιουργικότητα στην προσπάθειά της να παρουσιάσει την ίδια ακριβώς βιολογική διαδικασία ως προνόμιο για το ένα φύλο και ως προσωπική αποτυχία για το άλλο, επιτρέποντας στους άνδρες να μετατρέπουν τα γκρίζα μαλλιά, τις ρυτίδες και τις δεκαετίες που κουβαλούν σε τεκμήρια γοητείας, εμπειρίας και κύρους, ενώ απαιτεί από τις γυναίκες να αντιμετωπίζουν κάθε γενέθλιο περίπου ως επείγον περιστατικό αισθητικής αποκατάστασης. Το περίφημο silver fox παραμένει ένα από τα πιο εύγλωττα γλωσσικά προνόμια της πατριαρχίας, καθώς η ανδρική ωρίμανση έχει αποκτήσει τη δική της ερωτική μυθολογία, την ώρα που η γυναικεία εξακολουθεί να συνοδεύεται από έναν ολόκληρο κατάλογο οδηγιών πρόληψης, απόκρυψης και διόρθωσης.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικερδή πολιτισμική νεύρωση, η οποία έχει καταφέρει να μετατρέψει τον χρόνο σε προσωπικό εχθρό της γυναίκας και την αντιγήρανση σε μια σχεδόν αυτονόητη υποχρέωση κοινωνικής επιβίωσης, δημιουργώντας μια τεράστια αγορά προϊόντων, επεμβάσεων και υποσχέσεων γύρω από την ιδέα ότι η γυναικεία αξία μειώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία. Και το πιο εξοργιστικό στοιχείο αυτής της συλλογικής παράνοιας βρίσκεται στην ευκολία με την οποία παρουσιάζεται ως προσωπική επιλογή μια συμπεριφορά που έχει καλλιεργηθεί επί δεκαετίες μέσα από τον φόβο της αορατότητας, επειδή όταν μια γυναίκα μεγαλώνει γνωρίζοντας ότι η κοινωνία θα αρχίσει σταδιακά να την αντιμετωπίζει ως λιγότερο επιθυμητή, λιγότερο ενδιαφέρουσα και λιγότερο άξια δημόσιας προσοχής, η ελευθερία της να αποδεχτεί τον χρόνο αποκτά αναπόφευκτα ένα πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό κόστος.
Και ύστερα εμφανίζονται στην πασαρέλα γυναίκες όπως η Adriana Lima, η Alessandra Ambrosio και η Irina Shayk, οι οποίες έχουν διανύσει δεκαετίες μέσα σε έναν από τους πιο ηλικιακά αμείλικτους επαγγελματικούς χώρους και εξακολουθούν να διεκδικούν την παρουσία τους χωρίς να προσποιούνται ότι η ζωή σταμάτησε στα είκοσι πέντε. Η εικόνα τους αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή εκθέτει την αυθαιρεσία μιας βιομηχανίας που επί χρόνια αντιμετώπιζε τη γυναικεία νεότητα ως απαραίτητη προϋπόθεση της επιθυμητότητας, ενώ τώρα καλείται να αναγνωρίσει ότι η εμπειρία, η προσωπικότητα και η διαδρομή μιας γυναίκας μπορούν να αποτελέσουν εξίσου ισχυρά στοιχεία της δημόσιας εικόνας της.
Ας μην παρασυρθούμε, ωστόσο, από την ευκολία ενός ακόμη εμπορικά αξιοποιήσιμου φεμινιστικού αφηγήματος, επειδή η παρουσία μερικών από τα πιο διάσημα και αισθητικά προνομιούχα μοντέλα του πλανήτη δεν συνεπάγεται αυτομάτως την κατάρρευση των προτύπων που η ίδια η βιομηχανία εξακολουθεί να συντηρεί. Οι γυναίκες αυτές διαθέτουν οικονομικούς πόρους, επαγγελματική υποστήριξη, πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες και μια ολόκληρη υποδομή φροντίδας της εικόνας τους που απέχει παρασάγγας από την καθημερινότητα της μέσης εργαζόμενης γυναίκας, η οποία καλείται να διαχειριστεί την ηλικία, τη μητρότητα, την επαγγελματική εξουθένωση και την οικονομική ανασφάλεια χωρίς την πολυτέλεια ενός προσωπικού στρατού ειδικών.
Υπάρχει άλλωστε κάτι σχεδόν σαδιστικό στην τάση της σύγχρονης κουλτούρας να ανακηρύσσει κάθε εντυπωσιακή σαραντάρα σε απόδειξη ότι «η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός», επειδή πίσω από αυτή τη φαινομενικά ενδυναμωτική διατύπωση κρύβεται συχνά η παλιά απαίτηση να παραμένει μια γυναίκα αποδεκτή μόνο εφόσον καταφέρνει να μη δείχνει την ηλικία της. Η πραγματική πρόκληση αρχίζει εκεί όπου σταματά η υποχρέωση της εντυπωσιακής διατήρησης, όταν μια γυναίκα μπορεί να είναι σαράντα, πενήντα ή εξήντα ετών, να έχει ρυτίδες, να έχει αλλάξει σώμα, να έχει χάσει την υπομονή της με τις κοινωνικές προσδοκίες και να εξακολουθεί να θεωρείται απολύτως δικαιωματικά παρούσα, χωρίς να χρειάζεται να επιδείξει κάποια εξαιρετική αισθητική επίδοση ως εισιτήριο αποδοχής.
Γιατί το ουσιαστικό πρόβλημα που δημιουργούν οι γυναίκες μεγαλώνοντας αφορά την απροθυμία τους να συμμορφωθούν με μια κοινωνική σκηνοθεσία που τις θέλει σταδιακά λιγότερο ορατές, λιγότερο απαιτητικές και περισσότερο ευγνώμονες για κάθε ψίχουλο προσοχής που εξακολουθούν να λαμβάνουν. Και όσο περισσότερες αρνούνται να εγκαταλείψουν τον δημόσιο χώρο, την επαγγελματική τους φιλοδοξία, την ερωτική τους ταυτότητα και το δικαίωμα να επαναπροσδιορίζουν τη ζωή τους, τόσο πιο γελοία αποκαλύπτεται η ιδέα ότι η γυναικεία ύπαρξη έχει κάποιο προκαθορισμένο όριο κοινωνικής χρησιμότητας.
Η πραγματική ισότητα θα αρχίσει να αποκτά περιεχόμενο όταν η ηλικία μιας γυναίκας πάψει να αντιμετωπίζεται ως είδηση, όταν η μητρότητα δεν θα συνοδεύεται από υποχρεωτικές αποδείξεις προσωπικής επάρκειας και όταν η παρουσία μιας πενηντάρας στην πασαρέλα, στο γραφείο, στην πολιτική ή στην ερωτική ζωή δεν θα χρειάζεται να παρουσιάζεται ως κάποιο αξιοθαύμαστο κατόρθωμα απέναντι στη φύση.
Μέχρι τότε, οι σαραντάρες θα συνεχίσουν να διαπράττουν το μεγαλύτερο κοινωνικό τους ατόπημα, να μεγαλώνουν δημοσίως και να αρνούνται πεισματικά να ζητήσουν συγγνώμη γι' αυτό.
Κρατήστε τα διαμάντια, εμείς θα πάρουμε τον χώρο που μας αναλογεί
Ας μην παραδώσουμε τόσο εύκολα τα εύσημα της γυναικείας χειραφέτησης σε μια πολυεθνική που χρειάστηκε δεκαετίες, μια σοβαρή κρίση ταυτότητας και αρκετές εμπορικές απώλειες για να ανακαλύψει ότι οι γυναίκες υπάρχουν και μετά τα τριάντα, ότι αποκτούν παιδιά χωρίς να εξαφανίζονται από τον χάρτη της επιθυμίας και ότι η ομορφιά τους δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας συγκεκριμένης σωματικής διάπλασης. Η Victoria's Secret γνωρίζει εξαιρετικά καλά να διαβάζει τις κοινωνικές μεταβολές όταν αυτές αποκτούν αγοραστική δύναμη, όπως άλλωστε και μια ολόκληρη βιομηχανία που έχει μετατρέψει τον φεμινισμό σε επικοινωνιακή στρατηγική, τη συμπερίληψη σε εμπορικό πλεονέκτημα και τη γυναικεία αυτονομία σε ένα ακόμη αφήγημα που μπορεί να τυπωθεί πάνω σε μια καμπάνια.
Το φαινόμενο έχει αποκτήσει ακόμη και τη δική του ορολογία, το περίφημο commodity feminism, μια έννοια που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι φεμινιστικές διεκδικήσεις αποσπώνται από το πολιτικό και κοινωνικό τους περιεχόμενο για να επιστρέψουν στην αγορά ως καταναλωτικές υποσχέσεις. Και κάπου ανάμεσα στα συνθήματα περί ενδυνάμωσης, στις διαφημίσεις που μας καλούν να αγαπήσουμε το σώμα μας και στις εταιρείες που ανακαλύπτουν όψιμα τη διαφορετικότητα, παραμένει το άβολο ερώτημα πόσο πραγματικά αλλάζει η θέση των γυναικών όταν η απελευθέρωσή τους εξακολουθεί να περνά από το ταμείο.
Παρά τις εμπορικές αντιφάσεις, όμως, οι εικόνες έχουν μια πεισματική ικανότητα να διαμορφώνουν την κοινωνική φαντασία, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από θεσμούς που επί δεκαετίες καθόριζαν ποια γυναικεία σώματα άξιζαν να γίνουν ορατά και ποια έπρεπε να παραμένουν εκτός κάδρου. Η παρουσία γυναικών μεγαλύτερης ηλικίας, μητέρων και διαφορετικών σωματικών τύπων σε μια πασαρέλα αυτού του μεγέθους δημιουργεί ένα πολιτισμικό προηγούμενο που μπορεί να ξεπεράσει τις προθέσεις εκείνων που το χρηματοδότησαν, επειδή κάθε διεύρυνση της δημόσιας εκπροσώπησης δυσκολεύει λίγο περισσότερο την επιστροφή στην παλιά, βολική κανονικότητα.
Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τη γυναικεία παρουσία ως ένα προνόμιο που παραχωρείται υπό όρους, με την ηλικία, τη μητρότητα, την εμφάνιση και την κοινωνική αποδοχή να λειτουργούν ως διαρκείς μηχανισμοί αξιολόγησης. Μια γυναίκα σαράντα ή πενήντα ετών δεν χρειάζεται να διατηρεί τις αναλογίες ενός supermodel για να δικαιούται να αισθάνεται ερωτική, μια μητέρα δεν οφείλει να επιστρέψει στην προηγούμενη σιλουέτα της για να θεωρείται επιθυμητή και μια γυναίκα που επέλεξε να μην αποκτήσει παιδιά δεν χρωστά καμία εξήγηση σε όσους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη μητρότητα ως υποχρεωτικό πιστοποιητικό γυναικείας ολοκλήρωσης.
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της σύγχρονης κουλτούρας ομορφιάς να βρίσκεται ακριβώς στην εμμονή της να απαιτεί από τις γυναίκες να κερδίζουν ξανά και ξανά το δικαίωμα στην ορατότητα, λες και η δημόσια παρουσία, η επαγγελματική φιλοδοξία, η ερωτική επιθυμία και η προσωπική ελευθερία αποτελούν ανταμοιβές για όσες καταφέρνουν να ανταποκριθούν στις εκάστοτε κοινωνικές προδιαγραφές. Η ίδια κοινωνία που επί δεκαετίες υπαγόρευε στις γυναίκες πώς να παραμένουν νέες επιχειρεί σήμερα να τους υπαγορεύσει πώς να μεγαλώνουν σωστά, με την αυτοπεποίθηση να γίνεται και αυτή υποχρέωση, την αποδοχή του σώματος μια ακόμη επίδοση και την ενδυνάμωση ένα διαρκές καθήκον προσωπικής βελτίωσης.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ουσιαστική διεκδίκηση που μπορούμε να διαβάσουμε πίσω από τα φτερά, τους προβολείς και τα εκατομμύρια των διαμαντιών, στο δικαίωμα μιας γυναίκας να μεγαλώνει χωρίς να υποχρεώνεται να μετατρέψει την ηλικία της σε προσωπικό άθλο, να γίνεται μητέρα χωρίς να παραδίδει την ταυτότητά της, να παραμένει άτεκνη χωρίς να αντιμετωπίζεται ως κοινωνική εκκρεμότητα και να συνεχίζει να διεκδικεί τον χώρο της ακόμη και όταν δεν διαθέτει καμία από τις ιδιότητες που η βιομηχανία θεωρεί εμπορικά αξιοποιήσιμες.
Γιατί το πιο ενοχλητικό πράγμα που μπορεί να κάνει μια γυναίκα απέναντι σε μια κοινωνία εθισμένη στη νεότητά της είναι να μεγαλώνει δημόσια, να αλλάζει, να επιθυμεί, να απολαμβάνει, να αποτυγχάνει, να ξαναρχίζει και να ζει όπως γουστάρει, χωρίς να αισθάνεται την παραμικρή υποχρέωση να αποδείξει ότι εξακολουθεί να αξίζει την προσοχή κανενός.
Κρατήστε, λοιπόν, τα διαμάντια, τις αποτιμήσεις και τα φτερά σας. Οι γυναίκες έχουν περάσει αρκετό καιρό ζητώντας άδεια για να υπάρξουν και, ευτυχώς, αρχίζουν να χάνουν την υπομονή τους.

