«Ο Βασιλιάς» 24 χρόνια μετά: Ο Γραμματικός τιμάται, η Ελλάδα ακόμη λιθοβολεί όποιον δεν της μοιάζει
Το χωριό μεγάλωσε, η νοοτροπία έμεινε ίδια. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά τον «Βασιλιά», ο Νίκος Γραμματικός τιμάται στη Θεσσαλονίκη για ένα σινεμά που ξεμπρόστιασε την ελληνική υποκρισία, μια τεράστια καλλιτεχνική και πολιτική κατάκτηση. Με αφορμή το γεγονός, ο «Βασιλιάς» και ο συγκλονιστικός Βαγγέλης Μουρίκης θα μας θυμίζουν πάντα πόσο εύκολα γινόμαστε όλοι στόχοι μιας κοινωνίας που συγχωρεί τα πάντα στους δικούς της και τίποτα σε όποιον τολμήσει να μην της μοιάζει. (Για την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που αρνείται να γονατίσει, ρε γαμώτο!).
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που θα πραγματοποιηθεί από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου, απονέμει στον Νίκο Γραμματικό τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο και διοργανώνει ένα μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του, με τις επτά μεγάλου μήκους και τέσσερις μικρού μήκους ταινίες του. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο «Βασιλιάς», ένα κινηματογραφικό έργο που συμπληρώνει 24 χρόνια ζωής και εξακολουθεί να έχει την ενοχλητική ιδιότητα να μας εκθέτει κάθε φορά που επιχειρούμε να το αντιμετωπίσουμε ως ιστορία μιας άλλης Ελλάδας.
Η βράβευση του Γραμματικού είναι μια εξαιρετική αφορμή να ξαναδούμε το έργο ενός δημιουργού που κατάλαβε νωρίς ότι η ελληνική κοινωνία διαθέτει μια σχεδόν ανεξάντλητη ικανότητα να κατασκευάζει ενόχους, να βαφτίζει την προκατάληψη κοινή λογική και να χρησιμοποιεί την ηθική ως άδεια για την πιο χυδαία άσκηση εξουσίας. Ο κινηματογράφος του έχει ασχοληθεί επίμονα με ανθρώπους που δυσκολεύονται να χωρέσουν στις κοινωνικές προσδοκίες, με τις ρωγμές των ανθρώπινων σχέσεων, την αποξένωση, τη βία και τις σκοτεινές πλευρές μιας χώρας που προτιμά να εξωραΐζει τον εαυτό της παρά να τον εξετάζει.
Νίκος Γραμματικός
Από τους «Απόντες», την ταινία του 1996 που αποτύπωσε τη σταδιακή αποσύνθεση μιας παρέας και μαζί της την εξάντληση των συλλογικών υποσχέσεων μιας ολόκληρης γενιάς, μέχρι τον «Βασιλιά», ο Γραμματικός αναζητά το σημείο όπου οι προσωπικές ιστορίες συναντούν τις κοινωνικές παθογένειες. Η φιλία, η μοναξιά, η ανάγκη του ανήκειν και η βία της απόρριψης αποκτούν στο έργο του πολιτική σημασία, ακριβώς επειδή η πολιτική δεν εξαντλείται στα πρόσωπα που κυβερνούν και στους νόμους που ψηφίζονται. Υπάρχει και στην καθημερινή κατανομή της εξουσίας, στο ποιος έχει το δικαίωμα να μιλά, να ζει, να ερωτεύεται, να επιστρέφει, να αλλάζει και τελικά να θεωρείται άνθρωπος με ισότιμη θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους.
Ναι! Ο «Βασιλιάς» είναι ίσως η πιο οργισμένη διατύπωση αυτής της κινηματογραφικής φιλοσοφίας.
Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων 2026: Οι ταινίες και τα events που αξίζει να βάλεις στην ατζέντα σου
Μια κοινωνία που χρειάζεται ενόχους για να αισθάνεται αθώα
Ο Βαγγέλης Φαρμακόρης, ένας 35χρονος άντρας που έχει αποφυλακιστεί, εγκαταλείπει την Αθήνα και επιστρέφει στο πατρικό του κτήμα στην Πελοπόννησο, αποφασισμένος να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Θέλει να εργαστεί, να αποκτήσει μια στοιχειώδη κανονικότητα και να απομακρυνθεί από ένα παρελθόν που έχει ήδη πληρώσει. Το χωριό τον υποδέχεται με καχυποψία, η οποία εξελίσσεται σε ανοιχτή εχθρότητα, καθώς οι τοπικές ισορροπίες, τα προσωπικά συμφέροντα και οι προκαταλήψεις δημιουργούν γύρω του έναν ασφυκτικό μηχανισμό αποκλεισμού.
Στο σενάριο που συνυπογράφουν ο Νίκος Γραμματικός και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, η επιστροφή ενός ανθρώπου στον τόπο του μετατρέπεται σε μια ανελέητη μελέτη της συλλογικής επιθετικότητας. Η κοινότητα αντιμετωπίζει τον Βαγγέλη σαν να έχει αποκτήσει ισόβιο δικαίωμα πάνω στο παρελθόν του, σαν η καταδίκη του να αποτελεί κοινόχρηστο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο κάθε κάτοικος μπορεί να επικαλείται όποτε χρειάζεται να επιβεβαιώσει τη δική του κοινωνική ανωτερότητα.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη πρόκληση της ταινίας. Μια κοινωνία που διακηρύσσει τον σεβασμό στον νόμο αρνείται στην πράξη να αναγνωρίσει το τέλος μιας νόμιμης ποινής. Ο Βαγγέλης έχει εκτίσει την τιμωρία του, όμως οι συγχωριανοί του επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να την παρατείνουν επ' αόριστον. Η φυλακή μπορεί να έχει ανοίξει την πόρτα της, αλλά η κοινωνική καταδίκη δεν προβλέπει αποφυλάκιση, αναστολή ή παραγραφή.
Και κάπως έτσι η υποτιθέμενη ηθική τάξη αποκαλύπτει την πιο άγρια αντίφασή της. Εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους θεματοφύλακα της νομιμότητας μπορούν να παραβιάσουν κάθε στοιχειώδη αρχή δικαιοσύνης προκειμένου να προστατεύσουν την εξουσία τους. Η τιμωρία παύει να αφορά μια συγκεκριμένη πράξη και γίνεται χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο ένοχος οφείλει να παραμείνει ένοχος, επειδή η ενδεχόμενη μεταμόρφωσή του θα στερούσε από τους υπόλοιπους την ευκολία να αισθάνονται καλύτεροί του.
Ο «Βασιλιάς» θέτει έτσι ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της ηθικής φιλοσοφίας: ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει ότι ένας άνθρωπος δικαιούται να αλλάξει; Και τι αξία έχει μια κοινωνία που αναγνωρίζει θεωρητικά τη δυνατότητα της μεταμέλειας, αλλά οργανώνει την καθημερινότητά της ώστε να την καθιστά αδύνατη;
Ο Βαγγέλης Μουρίκης και η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που αρνείται να γονατίσει
Υπάρχουν ερμηνείες που υπηρετούν ένα σενάριο και υπάρχουν ερμηνείες που μετατρέπουν έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα σε διαρκή κοινωνική ενόχληση. Ο Βαγγέλης Μουρίκης στον «Βασιλιά» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, με μια ερμηνεία σπάνιας σωματικότητας, εσωτερικής έντασης και ανθρώπινης αλήθειας, η οποία δικαίως του χάρισε το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ο Μουρίκης έχει εκείνη τη σπάνια κινηματογραφική ικανότητα να κάνει τη σιωπή να αποκτά βάρος μεγαλύτερο από έναν ολόκληρο διάλογο. Το πρόσωπό του, το βλέμμα, ο τρόπος που στέκεται απέναντι στους άλλους, η συγκρατημένη οργή ενός ανθρώπου που έχει κουραστεί να απολογείται για την ύπαρξή του, συγκροτούν έναν ήρωα που διατηρεί την πολυπλοκότητά του μέχρι τέλους. Ο Βαγγέλης του δεν έχει ανάγκη να γίνει συμπαθής με τους συνηθισμένους κινηματογραφικούς όρους, ούτε να προσφέρει στο κοινό ένα πιστοποιητικό ηθικής καθαρότητας για να εξασφαλίσει τη συμπόνια του.
Και αυτή είναι μια τεράστια καλλιτεχνική και πολιτική κατάκτηση. Ο Μουρίκης μάς αναγκάζει να υπερασπιστούμε το δικαίωμα ενός ανθρώπου στην αξιοπρέπεια χωρίς να απαιτήσουμε προηγουμένως να αποδείξει ότι είναι άγιος.
Γιατί τελικά πόσοι Μουρίκηδες είμαστε όλοι μας;
Πόσοι έχουμε επιχειρήσει να ξεφύγουμε από μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας και έχουμε συναντήσει ανθρώπους αποφασισμένους να μας κρατήσουν καθηλωμένους σε αυτήν; Πόσοι έχουμε αισθανθεί ότι μια αποτυχία, μια λανθασμένη επιλογή, μια προσωπική ιστορία ή μια φήμη αρκεί για να ακυρώσει όλα όσα ακολούθησαν; Πόσοι έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με την ανεξήγητη επιθετικότητα εκείνων που ενοχλούνται από την προσπάθειά μας να ορίσουμε μόνοι μας τη ζωή μας;
Η καθολικότητα της ερμηνείας του Μουρίκη βρίσκεται ακριβώς εδώ, στην ικανότητά του να κάνει έναν πολύ συγκεκριμένο άνθρωπο φορέα μιας εμπειρίας που υπερβαίνει την πλοκή της ταινίας. Μπορεί να μη μοιραζόμαστε το παρελθόν του Βαγγέλη Φαρμακόρη, γνωρίζουμε όμως τη βία της ταμπέλας, την αυθαιρεσία της κοινωνικής κρίσης και τη βαθιά εξουθενωτική ανάγκη να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι δικαιούμαστε μια θέση στον κόσμο.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο πολιτική διάσταση της ερμηνείας του. Ο Βαγγέλης διεκδικεί το δικαίωμα να υπάρχει χωρίς να ζητά κάθε πρωί την έγκριση της κοινωνίας.
Οι νοικοκυραίοι έχουν πάντα μια πέτρα πρόχειρη
Ο «Βασιλιάς» καταγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια έναν μηχανισμό εξουσίας που η ελληνική κοινωνία γνωρίζει εξαιρετικά καλά. Την άτυπη συμμαχία ανάμεσα στο κοινωνικό κύρος, την τοπική επιρροή, τη φήμη και τη δυνατότητα ορισμένων ανθρώπων να καθορίζουν ποιος είναι αποδεκτός και ποιος πρέπει να αποβληθεί.
Ο δήμαρχος, τον οποίο υποδύεται ο Μπάμπης Γιωτόπουλος, ο γιος του, με τον Τάσο Νούσια, και οι υπόλοιπες μορφές της τοπικής κοινωνίας συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου οι προσωπικές αντιπάθειες μπορούν να αποκτήσουν το κύρος της συλλογικής απόφασης. Ο Μηνάς Χατζησάββας, στον ρόλο του αστυνόμου Πέτρου Βολιώτη, προσφέρει μια διαφορετική στάση (ευτυχώς που υπάρχει) απέναντι στον Βαγγέλη, καθώς η παρουσία του θυμίζει πόσο κρίσιμη είναι η ατομική ευθύνη μέσα σε έναν εχθρικό κοινωνικό μηχανισμό.
Το πιο τρομακτικό στοιχείο αυτής της κοινότητας είναι η ευκολία με την οποία η βία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Αρκεί κάποιος να χαρακτηριστεί ανεπιθύμητος και η προσβολή, η απομόνωση, η παρενόχληση και τελικά η εξόντωσή του μπορούν να παρουσιαστούν ως αναγκαία μέτρα προστασίας της τάξης.
Οι άνθρωποι που είναι έτοιμοι να λιθοβολήσουν τον Βαγγέλη δεν χρειάζεται να διαθέτουν μια ολοκληρωμένη ιδεολογία μίσους. Τους αρκεί η βεβαιότητα ότι ανήκουν στη σωστή πλευρά της κοινότητας, ότι εκπροσωπούν τις αξίες της και ότι η αριθμητική τους υπεροχή εξασφαλίζει την ηθική τους δικαίωση. Η συλλογική επιθετικότητα προσφέρει επιπλέον ένα πολύ βολικό προνόμιο, καθώς διαχέει την ευθύνη σε τόσους πολλούς ώστε καθένας να μπορεί αργότερα να ισχυριστεί ότι προσωπικά δεν έκανε τίποτα σπουδαίο.
Αυτή είναι η μεγάλη απάτη της αγέλης. Η συμμετοχή σε μια συλλογική αδικία παρουσιάζεται ως συμμόρφωση με το κοινό αίσθημα, ενώ η προσωπική άρνηση να συμμετάσχει κανείς αντιμετωπίζεται ως προδοσία.
Η ελληνική εκδοχή του κοινωνικού καθωσπρεπισμού έχει καλλιεργήσει επί δεκαετίες αυτή την επικίνδυνη σύγχυση ανάμεσα στη φήμη και στην αρετή. Ο αξιοσέβαστος άνθρωπος θεωρείται εκ προοιμίου αξιόπιστος, ο κοινωνικά εκτεθειμένος καλείται να αποδείξει ακόμη και τα αυτονόητα, και η ηθική αξία συχνά απονέμεται με κριτήρια κοινωνικής θέσης, οικογενειακού ονόματος και δημόσιας εικόνας.
Ο Γραμματικός καταλαβαίνει ότι η βαρβαρότητα μπορεί να διαθέτει εξαιρετικούς τρόπους, θεσμικές γνωριμίες και την απόλυτη πεποίθηση πως υπηρετεί το καλό.
Η Μαρία, το παρελθόν και το δικαίωμα να ξαναγράψεις τη ζωή σου
Η εμφάνιση της Μαρίας, την οποία υποδύεται η Μαριλίτα Λαμπροπούλου, ανατρέπει την εύθραυστη ισορροπία που ο Βαγγέλης προσπαθεί να οικοδομήσει. Η γυναίκα που συνδέεται με το παρελθόν του επαναφέρει στην επιφάνεια προσωπικές εκκρεμότητες και επιταχύνει τη σύγκρουση με ένα περιβάλλον που αναζητούσε ήδη αφορμές για να τον απορρίψει.
Η παρουσία της αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή φανερώνει πόσο δύσκολη είναι η ανθρώπινη αλλαγή όταν το παρελθόν αντιμετωπίζεται ως οριστική ταυτότητα. Ο άνθρωπος κουβαλά τις επιλογές, τις σχέσεις και τις συνέπειές τους, όμως η κοινωνία συχνά διεκδικεί το δικαίωμα να αποφασίζει ποια εκδοχή της ιστορίας του θα παραμείνει η μοναδική επιτρεπτή.
Η ταινία αρνείται την ευκολία της πλήρους εξιδανίκευσης του ήρωά της. Ο Βαγγέλης έχει αντιφάσεις, αδυναμίες και μια ιστορία που δεν εξαφανίζεται επειδή επιθυμεί μια νέα αρχή. Αυτή η πολυπλοκότητα κάνει την κοινωνική καταγγελία ακόμη πιο ισχυρή, καθώς το δικαίωμα στην επανένταξη δεν μπορεί να εξαρτάται από την τελειότητα εκείνου που το διεκδικεί.
Η φωτογραφία του Γιάννη Δασκαλοθανάση, το μοντάζ του Γιάννη Σακαρίδη και η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία ενός κινηματογραφικού κόσμου που διαθέτει τραχύτητα, ένταση και βαθιά ελληνική ταυτότητα. Η μουσική του Παπακωνσταντίνου συνομιλεί με την εσωτερική μοναξιά του ήρωα και την αίσθηση μιας σύγκρουσης που ξεπερνά τις προσωπικές του αντοχές, ενώ η σκηνοθεσία αποφεύγει την εύκολη συναισθηματική χειραγώγηση.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο «Βασιλιάς» απέσπασε τέσσερα Κινηματογραφικά Βραβεία Ποιότητας στη Θεσσαλονίκη, για την ταινία, τον Α΄ Ανδρικό Ρόλο, τη σκηνογραφία και τον ήχο, καθώς και τη Χρυσή Πυραμίδα στο Φεστιβάλ Καΐρου. Η δύναμή του προκύπτει από τη συνάντηση μιας εξαιρετικά συγκεκριμένης ελληνικής ιστορίας με ένα οικουμενικό ερώτημα για τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Το χωριό μεγάλωσε, η νοοτροπία έμεινε ίδια
Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, θα ήταν βολικό να αντιμετωπίσουμε τον «Βασιλιά» ως καταγγελία μιας παρωχημένης επαρχιακής νοοτροπίας. Θα εξασφαλίζαμε έτσι την ανακουφιστική απόσταση που χρειαζόμαστε για να πιστέψουμε ότι οι προκαταλήψεις ανήκουν σε άλλους ανθρώπους, σε άλλους τόπους και σε προηγούμενες δεκαετίες.
Μόνο που το χωριό του Γραμματικού αποτελεί ένα εξαιρετικά ακριβές μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο συναντάμε σε πολύ περισσότερα περιβάλλοντα από εκείνα που θα θέλαμε να παραδεχτούμε.
Στους εργασιακούς χώρους όπου μια ομάδα αποφασίζει ποιος θα αποκλειστεί από τις ευκαιρίες, ποιος θα στιγματιστεί ως προβληματικός και ποιος θα εξαναγκαστεί να αποχωρήσει. Στις οικογένειες όπου η διαφορετική επιλογή ζωής αντιμετωπίζεται ως προσβολή της συλλογικής αξιοπρέπειας. Στις μικρές κοινωνίες όπου η φήμη μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρότερη απόδειξη από τα πραγματικά γεγονότα. Στα μέσα ενημέρωσης που συχνά μετατρέπουν την προσωπική έκθεση σε δημόσιο θέαμα και στις ψηφιακές κοινότητες όπου μια κατηγορία αποκτά διαστάσεις τελεσίδικης απόφασης πριν προλάβει να εξεταστεί.
Τα μέσα αλλάζουν, η κοινωνική απόλαυση της καταδίκης παραμένει εντυπωσιακά αναγνωρίσιμη.
Η σύγχρονη διαπόμπευση διαθέτει μάλιστα ένα πλεονέκτημα που οι συγχωριανοί του Βαγγέλη δεν μπορούσαν να φανταστούν. Η καταδίκη μπορεί να αναπαράγεται αδιάκοπα, να αποθηκεύεται, να επανέρχεται και να ακολουθεί έναν άνθρωπο πολύ πέρα από τα γεωγραφικά όρια της κοινότητας που την ξεκίνησε. Η ψηφιακή φήμη αποκτά διάρκεια δυσανάλογη προς τη σοβαρότητα των γεγονότων, ενώ η δυνατότητα δημόσιας υπεράσπισης συχνά εξαρτάται από το αν η αγέλη έχει ακόμη διάθεση να ακούσει.
Υπάρχει, βέβαια, πραγματική ανάγκη για κοινωνικό έλεγχο, λογοδοσία και προστασία των ανθρώπων από τη βία και την κατάχρηση εξουσίας. Ακριβώς γι' αυτό η διάκριση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στην εκδικητική διαπόμπευση είναι θεμελιώδης. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να ξεχωρίσει την τεκμηριωμένη ευθύνη από την επιθυμία της για δημόσιο εξευτελισμό έχει ήδη παραδώσει ένα μέρος της δικαιοσύνης της στο ένστικτο του όχλου.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι ο μηχανισμός αυτός δεν χρειάζεται πάντα ένα πραγματικό αδίκημα για να ενεργοποιηθεί. Μπορεί να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε αρνείται να συμμορφωθεί, αμφισβητεί μια καθιερωμένη ιεραρχία, εγκαταλείπει έναν ρόλο που του έχει επιβληθεί ή διεκδικεί μια ζωή διαφορετική από εκείνη που του επιτρέπουν οι άλλοι.
Η κοινωνία που εξοντώνει όποιον δεν της μοιάζει έχει ένα ιδιαίτερα βολικό κριτήριο ενοχής: την ίδια της τη δυσφορία απέναντι στην ελευθερία του άλλου.
Ποιος έδωσε τελικά στην αγέλη το δικαίωμα να δικάζει;
Στη φιλοσοφική καρδιά του «Βασιλιά» βρίσκεται το ζήτημα της ανθρώπινης αυτονομίας. Η δυνατότητα ενός ανθρώπου να ορίσει εκ νέου τη ζωή του προϋποθέτει ότι η κοινωνία αναγνωρίζει την προσωπικότητά του ως κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των προηγούμενων πράξεών του.
Αν κάθε λάθος μετατρέπεται σε ισόβια ταυτότητα, η έννοια της μεταμέλειας χάνει το περιεχόμενό της. Αν η κοινωνική αποδοχή απαιτεί διαρκή υποταγή στις προσδοκίες της πλειοψηφίας, η ελευθερία περιορίζεται σε ένα προνόμιο όσων δεν ενοχλούν. Και αν η αξιοπρέπεια απονέμεται μόνο στους ανθρώπους που θεωρούμε άξιους της συμπάθειάς μας, τότε έχουμε μετατρέψει ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα σε έπαθλο κοινωνικής δημοφιλίας.
Ο Γραμματικός φέρνει αυτές τις αντιφάσεις στο προσκήνιο χωρίς να προσφέρει την άνεση μιας αφηρημένης φιλοσοφικής συζήτησης. Τις τοποθετεί πάνω στο σώμα ενός ανθρώπου, στις σχέσεις του, στην καθημερινή του επιβίωση και στην προσπάθειά του να παραμείνει όρθιος απέναντι σε μια εχθρότητα που διαρκώς κλιμακώνεται.
Η βία που περιγράφει ο «Βασιλιάς» έχει και μια βαθύτερη πολιτική διάσταση. Κάθε κοινότητα που αποκτά τη δυνατότητα να αποφασίζει αυθαίρετα ποιος αξίζει να ανήκει σε αυτήν αναπτύσσει έναν μικρό μηχανισμό αυταρχισμού. Η προσωπική αντιπάθεια μπορεί να μεταμφιεστεί σε δημόσιο συμφέρον, η κοινωνική πίεση σε υπεράσπιση των αξιών και η εξόντωση του ανεπιθύμητου σε αποκατάσταση της τάξης.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτόν τον μηχανισμό παύουν να αναγνωρίζουν τη δική τους ευθύνη. Όταν θεωρούν ότι η συναίνεση των πολλών αρκεί για να δικαιώσει οποιαδήποτε πράξη τους και ότι η κοινωνική τους θέση τούς απαλλάσσει από την υποχρέωση να εξετάζουν την ηθική των επιλογών τους.
Αυτή είναι ίσως η πιο ανελέητη παρατήρηση του Γραμματικού. Η κοινωνική βαρβαρότητα δεν χρειάζεται πάντοτε έναν εξαιρετικά μοχθηρό άνθρωπο για να εκδηλωθεί. Μπορεί να συγκροτηθεί από πολλούς συνηθισμένους ανθρώπους που έχουν συμφωνήσει ότι η αδικία που διαπράττουν είναι δικαιολογημένη.
24 χρόνια μετά, ο Βασιλιάς εξακολουθεί να μας ενοχλεί
Η τιμητική διάκριση του Νίκου Γραμματικού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχει κομβική σημασία καθώς αναγνωρίζει μια σημαντική κινηματογραφική διαδρομή και προσφέρει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε ένα έργο που δεν χάιδεψε ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία. Οι «Απόντες» μίλησαν για τη διάλυση των δεσμών και την απώλεια των κοινών οραμάτων, ενώ ο «Βασιλιάς» προχώρησε βαθύτερα, εκεί όπου η ανάγκη του ανήκειν συναντά την πιο βίαιη όψη της συλλογικής εξουσίας.
Ο Βαγγέλης Μουρίκης παραμένει συγκλονιστικός επειδή ο ήρωάς του διατηρεί κάτι που η κοινωνία επιχειρεί διαρκώς να του αφαιρέσει, το δικαίωμα να είναι ένας ολόκληρος άνθρωπος, με ενοχές, επιθυμίες, αδυναμίες, αντιφάσεις και μέλλον. Και ίσως γι' αυτό αναγνωρίζουμε τόσο εύκολα τον εαυτό μας πάνω του, ακόμη κι όταν οι προσωπικές μας ιστορίες δεν έχουν καμία σχέση με τη δική του.
Γιατί όλοι έχουμε βρεθεί κάποτε στη θέση εκείνου που κρίνεται από ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν ελάχιστα και αποφασίζουν πολλά. Και, όσο δυσάρεστο κι αν είναι να το παραδεχτούμε, έχουμε υπάρξει και στην απέναντι πλευρά, εκεί όπου η βεβαιότητα για το δίκιο μας κάνει την αδικία εις βάρος κάποιου άλλου να μοιάζει ασήμαντη.
Ο «Βασιλιάς» εξακολουθεί να είναι τόσο επίκαιρος επειδή μας στερεί το προνόμιο να αναγνωρίζουμε την αγριότητα μόνο στα πρόσωπα των άλλων. Μας υποχρεώνει να εξετάσουμε πόσο συχνά συμμετέχουμε, ανεχόμαστε ή νομιμοποιούμε μικρές και μεγάλες μορφές κοινωνικού λιθοβολισμού, αρκεί να μη βρισκόμαστε εμείς στη θέση του ανθρώπου που δέχεται τις πέτρες.
Και αν υπάρχει κάτι βαθιά εξοργιστικό στην επιστροφή αυτής της ταινίας ύστερα από 24 χρόνια, είναι ότι η κοινωνία που περιέγραψε ο Γραμματικός είχε στη διάθεσή της σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα για να μάθει τη διαφορά ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στη δίψα για τιμωρία.
Η πιο δυσάρεστη διαπίστωση είναι ότι, 24 χρόνια μετά, εξακολουθούμε να αναγνωρίζουμε τους δημίους, τους πρόθυμους θεατές και τα θύματα με την ίδια ευκολία, ενώ η κοινωνία που καταδίκασε τον Βαγγέλη συνεχίζει να επιβιώνει μέσα στις δικές μας βεβαιότητες, στις προκαταλήψεις και στη σιωπηρή συνενοχή μας. Κι αν ο «Βασιλιάς» εξακολουθεί να μας εξοργίζει, είναι επειδή ο Βαγγέλης υπερασπίστηκε με κάθε κύτταρο της ερμηνείας του κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο, το δικαίωμα ενός ανθρώπου να αλλάξει, να σταθεί όρθιος και να μη χρειάζεται την άδεια κανενός για να υπάρχει.
Για την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που αρνείται να γονατίσει, ρε γαμώτο!

