Γιατί η υπόθεση της Lindsay Clancy έκανε τις μητέρες να διχαστούν; Η ψυχολόγος εξηγεί

Μαρίνα Μόσχα
Γιατί η υπόθεση της Lindsay Clancy έκανε τις μητέρες να διχαστούν; Η ψυχολόγος εξηγεί

Η υπόθεση της Lindsay Clancy φέρνει στην επιφάνεια το σκοτεινό ταμπού της επιλόχειας ψύχωσης, διχάζοντας τις γυναίκες ανάμεσα στον απόλυτο αποτροπιασμό για την τραγωδία και τη βαθιά συμπόνια για τη μητρική κατάρρευση.

Μετά από έξι ημέρες διαβουλεύσεων χωρίς ετυμηγορία, οι ένορκοι στη δίκη της Lindsay Clancy επιστρέφουν σήμερα, Παρασκευή, για να συνεχίσουν τη συζήτησή τους, καθώς το αδιέξοδο στην υπόθεση που έχει συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας στις ΗΠΑ και όχι μόνο, παραμένει.

Οι 12 ένορκοι δεν έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση για το αν η 36χρονη μητέρα είναι ποινικά υπεύθυνη για τον θάνατο των τριών παιδιών της. Μάλιστα, το αδιέξοδο έχει πάρει πλέον μια ακόμη πιο δραματική τροπή, καθώς η πρόεδρος των ενόρκων ενημέρωσε τον δικαστή ότι ένα μέλος του σώματος δεν ακολουθεί τις οδηγίες του σχετικά με την «εύλογη αμφιβολία». Η υπεράσπιση ζήτησε την απομάκρυνση του συγκεκριμένου ενόρκου, καταγγέλλοντας ότι αρνείται να εφαρμόσει τον νόμο, όμως ο δικαστής William Sullivan απέρριψε το αίτημα και ζήτησε από τους ενόρκους να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις.

Η εξέλιξη αυτή φέρνει ακόμη πιο κοντά το ενδεχόμενο μιας άκαρπης δίκης, εάν οι ένορκοι δεν καταφέρουν τελικά να συμφωνήσουν. Η υπόθεση δεν αφορά το αν η Lindsay Clancy σκότωσε τα τρία παιδιά της - αυτό δεν το αμφισβητεί ούτε η ίδια. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, τη στιγμή των πράξεών της, βρισκόταν σε κατάσταση τόσο σοβαρής επιλόχειας ψύχωσης ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η ψυχική της κατάσταση είχε διαλύσει την επαφή της με την πραγματικότητα, ενώ η εισαγγελία υποστηρίζει ότι γνώριζε τι έκανε και είχε επιλέξει συνειδητά να σκοτώσει τα παιδιά της.

Και ενώ οι ένορκοι καλούνται να αποφασίσουν για τα όρια ανάμεσα στην ψυχική ασθένεια και την ποινική ευθύνη, η υπόθεση έχει προκαλέσει μια εξίσου έντονη συζήτηση έξω από τη δικαστική αίθουσα. Γυναίκες έχουν εκφράσει δημόσια τη συμπαράστασή τους στην Clancy, αναγνωρίζοντας στην ιστορία της ζητήματα που συνδέονται με τη λοχεία, την ψυχική υγεία, την εξάντληση και τις ακραίες πιέσεις της μητρότητας. Γιατί, λοιπόν, μια γυναίκα που κατηγορείται για τον θάνατο των τριών παιδιών της προκαλεί σε άλλες γυναίκες όχι μόνο αποτροπιασμό, αλλά και συμπόνια, ταύτιση ή ακόμη και την ανάγκη να την υπερασπιστούν;

Επειδή, η συγκεκριμένη υπόθεση έχει ήδη γίνει η αφορμή για να μιλήσουμε για κάτι που πολύς κόσμος έχει παρεξηγήσει: πώς μπορεί να νιώθει ψυχολογικά η γυναίκα που έχει γίνει μητέρα; Ποιες δυσκολίες μπορεί να αντιμετωπίζει; Μιλάει για αυτές; Πώς στέκεται δίπλα της το περιβάλλον, η κοινωνία και πώς περιμένουν να αισθάνεται; Ποια είναι η πραγματική ψυχική εμπειρία της;

Εξακολουθούμε να περιμένουμε από τη γυναίκα που κυοφορεί να είναι χαρούμενη και από τη νέα μητέρα να αισθάνεται σχεδόν αυτονόητα ευτυχία, πληρότητα και άμεσο δέσιμο με το μωρό της. Και όμως, δεν νιώθουν όλες οι γυναίκες έτσι. Οι Orchard et al. (2023) περιγράφουν τη μετάβαση στη μητρότητα - τη λεγόμενη matrescence - ως ένα σημαντικό βιοψυχοκοινωνικό γεγονός ζωής, το οποίο συνοδεύεται από βαθιές περιβαλλοντικές, ορμονικές και ψυχονευροβιολογικές μεταβολές. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η γυναίκα δεν αποκτά απλώς ένα παιδί αλλά καλείται να αναδιοργανώσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής και της ταυτότητάς της. Και για κάποιες γυναίκες αυτή η μετάβαση είναι σχετικά ομαλή, όχι όμως για όλες, οι οποίες βιώνουν πολύ πιο δύσκολα αυτή την περίοδο. Μπορεί να βιώνουν ανάμεικτα και αντιφατικά συναισθήματα, όπως χαρά μαζί με φόβο, αγάπη μαζί με θυμό και εξάντληση, ικανοποίηση στον ρόλο της μητρότητας αλλά και νοσταλγία για την προηγούμενη ζωή. Είναι πιθανό μία μητέρα να αγαπά το παιδί της και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται στον νέο ρόλο της μητρότητας με ότι αυτό συνεπάγεται.

cb13ffe6-epiloxeios-katathlipsi.jpg

Υπόθεση Lindsay Clancy: Η επιλόχεια ψύχωση (όχι η κατάθλιψη) & τα σημάδια που πρέπει να γνωρίζεις

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτό που νιώθει και σκέφτεται, δηλαδή η πραγματική της εμπειρία, συγκρούεται με αυτό που η κοινωνία της λέει ότι «πρέπει» να αισθάνεται.

«Έγινες μητέρα, γιατί δεν χαίρεσαι; Τι άλλο θέλεις; Πόσο αχάριστη είσαι; Άλλες προσπαθούν να κάνουν παιδί και δεν μπορούν και εσύ δεν το εκτιμάς;…» Αυτές και άλλες παρόμοιες ερωτήσεις έρχονται η μία μετά την άλλη, αν τολμήσει μία φρεσκογεννημένη μητέρα να εκφράσει τη δυσφορία ή τον προβληματισμό της, τα συναισθήματά της. Και τότε αρχίζουν οι ενοχές και η ντροπή επειδή δεν αισθάνεται αυτό που πιστεύει ότι θα έπρεπε να αισθάνεται, αυτό που η κοινωνία περιμένει από εκείνη και της επιβάλλει να αισθάνεται: «Θα έπρεπε να είμαι ευτυχισμένη!»

«Γιατί δεν χαίρομαι όπως οι άλλες γυναίκες; Γιατί νιώθω/σκέφτομαι έτσι; Γιατί δυσκολεύομαι τόσο για κάτι που είναι τόσο φυσιολογικό και άμεσα συνυφασμένο με τον γυναικείο ρόλο, τον μητρικό μου ρόλο; Πώς τα καταφέρνουν οι άλλες μητέρες; Μήπως τελικά εγώ δεν είμαι καλή μητέρα;»

Και πόσο δύσκολο είναι σε αυτή τη γυναίκα να εκφράσει αυτά που νιώθει και αισθάνεται χωρίς να ντραπεί για όλα αυτά που βιώνει και που δεν τολμά να ξεστομίσει και να μοιραστεί ούτε καν με τον σύντροφό της. Πόσο μάλλον όταν αυτή η ντροπή κάνει ακόμα δυσκολότερη την αναζήτηση βοήθειας.

Η ντροπή και ο φόβος της κοινωνικής κρίσης μπορεί να δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο μία γυναίκα να ζητήσει βοήθεια. Η μετανάλυση των Webb et al. (2023) και η συστηματική ανασκόπηση των Hu et al. (2023) αναδεικνύουν το στίγμα, τις λανθασμένες αντιλήψεις γύρω από την ψυχική υγεία, πολιτισμικές πεποιθήσεις, την ανεπαρκή κοινωνική υποστήριξη και εμπόδια του ίδιου του συστήματος υγείας ως παράγοντες που δυσχεραίνουν την αναζήτηση βοήθειας.

Όταν η προσαρμογή στη μητρότητα είναι δύσκολη

Η αμφιθυμία, η κόπωση ή η δυσκολία προσαρμογής δεν αποτελούν από μόνες τους ψυχική διαταραχή. Άλλο είναι τα συχνά και παροδικά baby blues, άλλο η επιλόχεια κατάθλιψη και άλλο η επιλόχεια ψύχωση.

Η επιλόχεια κατάθλιψη, μάλιστα, δεν είναι καθόλου σπάνια. Σε συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση, οι Liu, Wang και Wang (2022) υπολόγισαν τη συνολική συχνότητά της περίπου στο 14%, επισημαίνοντας παράλληλα σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον πληθυσμό και άλλους παράγοντες.

Η επιλόχεια ψύχωση, αντίθετα, είναι πολύ πιο σπάνια και πολύ σοβαρότερη. Οι Friedman, Reed και Ross (2023) αναφέρουν περίπου 1–2 περιπτώσεις ανά 1.000 γεννήσεις και τη χαρακτηρίζουν ψυχιατρικό επείγον περιστατικό.

Μπορεί να εμφανιστούν παραληρητικές πεποιθήσεις, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, σοβαρή διαταραχή του ύπνου, αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά και έντονες μεταβολές της διάθεσης (Friedman et al., 2023· Jairaj et al., 2023). Η πολύ πρόσφατη διεθνής συναίνεση των Bergink et al., (2026) υπογραμμίζει επίσης την ισχυρή σχέση της επιλόχειας ψύχωσης με το διπολικό φάσμα.

Στην ψύχωση λοιπόν δεν μιλάμε απλώς για μία μητέρα που «δεν αισθάνεται καλά». Μπορεί να έχει διαταραχθεί η ίδια η επαφή της με την πραγματικότητα. Μιλάμε για μία σοβαρή κατάσταση στην οποία μπορεί να έχει διαταραχθεί η επαφή του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Και εδώ έρχεται ίσως ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα:

epiloxeia-psixosi.jpg

pexels.com/ Gu Ko

Η ψυχική υγεία των μαμάδων γίνεται επιτέλους θέμα συζήτησης – Καιρός ήταν!

Μπορεί μία μητέρα να αγαπά το παιδί της και να το βλάψει;

Έχουμε μεγαλώσει σχεδόν όλοι μας με την πεποίθηση ότι η μητέρα είναι το άτομο που αγαπά το παιδί της περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στον κόσμο. Η μητέρα είναι εκείνη που θα το προστατέψει με οποιοδήποτε κόστος, εκείνη που θα θυσιαστεί για το παιδί της. Όταν λοιπόν μία μητέρα προκαλεί σοβαρή βλάβη στο παιδί της, η αυθόρμητη αντίδραση συχνά είναι ότι «δεν μπορεί να το αγαπούσε» ή εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «τέρας».

Και όμως, σε μία σοβαρή ψυχωτική κατάσταση, μία παραληρητική πεποίθηση μπορεί να βιώνεται από τον ασθενή ως πραγματικότητα. Η σύγχρονη βιβλιογραφία για την επιλόχεια ψύχωση επισημαίνει ότι, σε σπάνιες αλλά εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις, παραληρητικές ιδέες ή ψευδαισθήσεις μπορεί να αφορούν το βρέφος και να δημιουργήσουν κίνδυνο για τη μητέρα ή το παιδί.

Αυτό βέβαια δεν δικαιολογεί μία πράξη. Μπορεί να μας βοηθήσει όμως να καταλάβουμε γιατί δεν μπορούμε να ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε σοβαρή ψυχωτική κατάσταση με τη λογική ενός ανθρώπου που διατηρεί ακέραιη την επαφή του με την πραγματικότητα.

«Μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να κάνω κακό στο μωρό μου»

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διάκριση.

Οι ανεπιθύμητες παρείσακτες σκέψεις (intrusive thoughts) είναι πολύ συχνότερες από την ψύχωση. Σε προοπτική μελέτη 763 γυναικών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ανεπιθύμητες σκέψεις πιθανής βλάβης του βρέφους ήταν συχνές μετά τον τοκετό.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό: Σκέψη δεν σημαίνει επιθυμία. Και επιθυμία δεν σημαίνει πράξη.

Μία σκέψη δεν σημαίνει απαραίτητα επιθυμία, όπως και μία επιθυμία δεν σημαίνει ότι θα γίνει πράξη. Στις παρείσακτες σκέψεις η μητέρα συνήθως τρομάζει ακριβώς επειδή το περιεχόμενό τους είναι ξένο προς τις επιθυμίες, τις πεποιθήσεις και τις αξίες της.

Στην ψύχωση, αντίθετα, μπορεί να έχει διαταραχθεί ο έλεγχος της πραγματικότητας και μία παραληρητική ιδέα να βιώνεται ως αληθινή.

Είναι πολύ σημαντική η διάκριση ανάμεσα στις παρείσακτες σκέψεις και στην ψύχωση. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να κάνουμε μία ήδη φοβισμένη μητέρα ακόμη πιο φοβισμένη και ακόμη λιγότερο πρόθυμη να μιλήσει.

14 πράγματα που θα ήθελα να μου είχαν πει για την επιλόχεια κατάθλιψη

Γιατί λοιπόν τόσες γυναίκες νιώθουν συμπάθεια;

Πιστεύω ότι, μετά από όλες αυτές τις διευκρινίσεις, μπορούμε να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τις αντιδράσεις που προκάλεσε η υπόθεση Lindsay Clancy. Φυσικά, εφόσον δεν έχουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα για τα κίνητρα των συγκεκριμένων γυναικών που την υποστηρίζουν, θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε γιατί κάθε μία από αυτές αισθάνεται έτσι.

Μία μητέρα μπορεί να μην μπορεί ούτε καν να διανοηθεί ότι θα έβλαπτε το παιδί της, αλλά να αναγνωρίζει κάτι από την εμπειρία της μητρότητας: την εξάντληση, την αϋπνία, το άγχος, την ενοχή, την απώλεια μέρους της προηγούμενης ζωής της ή ακόμη και μία περίοδο κατά την οποία αισθανόταν ότι δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Συνεπώς, μία μητέρα δεν ταυτίζεται με τη βία. Μπορεί να ταυτίζεται με τις δυσκολίες του μητρικού ρόλου και να αναγνωρίζει την ανθρώπινη πιθανότητα μιας σοβαρής ψυχικής κατάρρευσης.

Ίσως μάλιστα αναγνωρίζει και έναν φόβο που πολλές γυναίκες έχουν βιώσει: «Αν πω τι πραγματικά αισθάνομαι, τι θα σκεφτούν για μένα;»

Το να κατανοούμε όλα τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε την πράξη.

Η προσπάθεια να κατανοήσουμε την ψυχοπαθολογία που μπορεί να βρίσκεται πίσω από μία συμπεριφορά δεν σημαίνει ότι την εγκρίνουμε ή την αθωώνουμε.

Αντίστοιχα, μία ψυχιατρική διάγνωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως έλλειψη ποινικής ευθύνης. Η κλινική διάγνωση και ο νομικός καταλογισμός είναι διαφορετικά ζητήματα. Αυτό όμως που αφορά όλους μας είναι να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο ώστε μία μητέρα να μπορεί να πει ότι δυσκολεύεται χωρίς να φοβάται ότι θα χαρακτηριστεί «κακή μητέρα».

mitrotita-kai-kariera.jpg

unsplash.com/ charlesdeluvio

Δικαίωμα μιας μητέρας να πει «δεν είμαι καλά»

Χρειάζεται να ξεφύγουμε από το στερεότυπο ότι μία γυναίκα πρέπει να είναι χαρούμενη και ικανοποιημένη κατά την εγκυμοσύνη και όταν φέρει στον κόσμο το παιδί της, όπως και από την ιδέα ότι η «καλή μητέρα» είναι υποχρεωτικά μία διαρκώς ευτυχισμένη μητέρα.

  • Μία γυναίκα μπορεί να αγαπά το παιδί της και ταυτόχρονα να θυμώνει μαζί του ή να νοσταλγεί την προηγούμενη ζωή της, μακριά από τα ξενύχτια και την κούραση.
  • Μπορεί να χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί στον νέο ρόλο της μητρότητας και να τον αισθανθεί μέρος της ταυτότητάς της.
  • Μπορεί να νιώθει άγχος ή θλίψη ή ακόμη να έχει ανεπιθύμητες σκέψεις και να χρειάζεται να μιλήσει γι' αυτές.
  • Και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανίσει σοβαρή ψυχική διαταραχή που χρειάζεται άμεση ψυχιατρική αντιμετώπιση.

Σε όλα τα παραπάνω, το σημαντικό είναι να νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει για το πώς αισθάνεται και τι σκέφτεται, χωρίς να κριθεί και να χαρακτηριστεί «κακή μητέρα», «αχάριστη» ή «άρρωστη». Η παραδοχή «δεν είμαι καλά» να μην αποτελεί ομολογία αποτυχίας ως μητέρα.

Μην ξεχνάμε ότι η φροντίδα της ψυχικής υγείας της μητέρας δεν αφορά μόνο την ίδια. Αφορά το παιδί, τη σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους και ολόκληρη την οικογένεια.

Ας κρατήσουμε λοιπόν, με αφορμή μία τόσο τραγική υπόθεση, ότι μία μητέρα δεν χρειάζεται να είναι ευτυχισμένη κάθε στιγμή για να είναι καλή μητέρα. Χρειάζεται όμως να μπορεί να πει «δεν είμαι καλά» χωρίς φόβο και να ξέρει ότι κάποιος θα την ακούσει.

Μαρίνα Μόσχα
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αγωγής Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας

DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved