Η Ευρώπη σε κρίση από τη στέγη ως τους θεσμούς: Οι νέοι εξεγείρονται, η Ελλάδα πότε θα ξυπνήσει;
Από το Παρίσι μέχρι τα Τίρανα και τη Λισαβόνα, οι νέοι εξεγείρονται απέναντι στη στεγαστική ασφυξία, την υποβάθμιση της παιδείας και την απαξίωση των θεσμών. Στην Ελλάδα, η χρόνια πολιτική αποτυχία εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από το οικογενειακό πορτοφόλι, ενώ η ατομική επιβίωση υποκαθιστά τη συλλογική διεκδίκηση. Και η εξουσία απολαμβάνει την πολυτέλεια να βαφτίζει «ανθεκτικότητα» την εξάντληση μιας κοινωνίας που έχει μάθει να πληρώνει ακόμη και για όσα δικαιούται.
Η Ευρώπη διαθέτει μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μετατρέπει τις πολιτικές της αποτυχίες σε προβλήματα συμπεριφοράς των πολιτών της, απαιτώντας αυτοσυγκράτηση από όσους αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο, υπομονή από όσους εργάζονται χωρίς να μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους και σεβασμό προς τους θεσμούς από μια γενιά που παρακολουθεί τις θεσμικές υποσχέσεις να λήγουν ταχύτερα από τις δόσεις των δανείων της. Κι όταν η αγανάκτηση φτάσει επιτέλους στον δρόμο, επιστρατεύεται ολόκληρο το λεξιλόγιο της δημόσιας τάξης, λες και μια κοινωνία που επί χρόνια συσσωρεύει αδιέξοδα δικαιούται να εκφράζει τη δυσφορία της αποκλειστικά σε ώρες κοινής ησυχίας, κατά προτίμηση με προηγούμενη έγκριση και χωρίς να δημιουργεί προβλήματα στην κυκλοφορία.
Από τις βίαιες συγκρούσεις στη Γαλλία και την Αλβανία μέχρι τις κινητοποιήσεις στην Ιταλία, στο Βέλγιο, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η ευρωπαϊκή κοινωνική αναταραχή αποκτά ένα ενδιαφέρον που υπερβαίνει κατά πολύ τις εικόνες των φλεγόμενων οχημάτων και των σπασμένων βιτρινών. Μαθητές απαιτούν σχολεία με εκπαιδευτικούς, φοιτητές διεκδικούν τη δυνατότητα να σπουδάζουν χωρίς να χρεοκοπούν οι οικογένειές τους, εργαζόμενοι διαπιστώνουν ότι η σταθερή απασχόληση δεν εξασφαλίζει πλέον οικονομική ανεξαρτησία και πολίτες αμφισβητούν κυβερνήσεις και θεσμούς που έχουν καταφέρει να μετατρέψουν τη λογοδοσία σε επικοινωνιακή υποχρέωση περιορισμένης διάρκειας. Οι αφορμές διαφέρουν, οι πολιτικές συνθήκες παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις και η βία ορισμένων ομάδων προκαλεί πραγματικές καταστροφές, ωστόσο κάτω από τις διαφορετικές εθνικές συγκρούσεις διακρίνεται η ίδια ενοχλητική διαπίστωση, ότι η περιβόητη ευρωπαϊκή ευημερία γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αναγνωριστεί στην καθημερινότητα εκείνων που υποτίθεται ότι τη δικαιούνται.
Η Γαλλία φλέγεται στ’ αλήθεια και ο Ροζ Πάνθηρας είναι το μόνο που χρειάστηκε AI
Η γενιά που κληρονόμησε υποχρεώσεις και νοικιάζει το μέλλον της
Η στεγαστική κρίση αποτελεί ίσως το πιο εξευτελιστικό σύμπτωμα αυτής της ευρωπαϊκής δυσλειτουργίας, καθώς μια ολόκληρη γενιά έχει εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζει την απόκτηση τετραγωνικών μέτρων ως προσωπική φιλοδοξία υψηλού ρίσκου, να συγκατοικεί από οικονομική ανάγκη, να αναβάλλει την απόκτηση παιδιών και να υπολογίζει την ενηλικίωσή της με βάση τις δυνατότητες του οικογενειακού πορτοφολιού. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η αύξηση των ενοικίων έχει μετατρέψει την κατοικία σε κεντρικό πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης, ενώ η μετατροπή του αστικού χώρου σε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο αντιμετωπίζεται επί χρόνια με την απάθεια που συνήθως επιφυλάσσεται σε μια απολύτως φυσιολογική εξέλιξη της αγοράς.
Το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη εκδοχή καπιταλιστικής προόδου, στην οποία οι πόλεις αποκτούν διαρκώς μεγαλύτερη οικονομική αξία και οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να κατοικήσουν μέσα τους.
Η Ευρώπη στις φλόγες και η πολιτική της πυροσβεστικής
Στη Γαλλία, η εξέγερση που ξεκίνησε από τις σχολικές αίθουσες και εξελίχθηκε σε ευρύτερη κοινωνική κρίση προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μάθημα πολιτικής ειρωνείας, καθώς μια χώρα που έχει συνδέσει την ιστορική της ταυτότητα με τα δικαιώματα του πολίτη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με πολίτες που απαιτούν να λειτουργούν στοιχειωδώς οι θεσμοί για τους οποίους συνεχίζουν να πληρώνουν. Οι εμπρησμοί, οι λεηλασίες και οι επιθέσεις σε δημόσια κτίρια αποτελούν σοβαρές πράξεις βίας που απαιτούν αντιμετώπιση και καταλογισμό ευθυνών, ενώ η πολιτική ευκολία με την οποία μια ολόκληρη κοινωνική σύγκρουση περιορίζεται στις εικόνες της καταστροφής προσφέρει στις κυβερνήσεις μια εξαιρετική ευκαιρία να συζητούν για την αποκατάσταση της τάξης, αποφεύγοντας για λίγο ακόμη τη συζήτηση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο έληξε
Πίσω από αυτή την αναταραχή βρίσκεται μια βαθύτερη κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου, η οποία αποκτά σχεδόν κωμικές διαστάσεις όταν αντιπαραβάλλει κανείς τις διακηρύξεις περί ανάπτυξης με την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, τα κυβερνητικά αφηγήματα περί ευκαιριών με το κόστος της εκπαίδευσης και τις θριαμβολογίες για τη σταθερότητα με την καθημερινή αβεβαιότητα εκατομμυρίων πολιτών.
Οι νεότερες γενιές καλούνται να είναι παραγωγικές, ευέλικτες, εξειδικευμένες, διαρκώς διαθέσιμες και απολύτως προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις μιας οικονομίας που μεταβάλλεται ταχύτερα από τις δυνατότητές τους να την παρακολουθήσουν, ενώ η ανταμοιβή αυτής της διαρκούς προσαρμογής περιλαμβάνει όλο και συχνότερα προσωρινή εργασία, στεγαστική ανασφάλεια και μια καριέρα που αρχίζει με την υπόσχεση της εξέλιξης και καταλήγει σε διαπραγμάτευση για το κόστος των βασικών αναγκών.
Και η Ελλάδα;
Εδώ η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς έχουμε αναπτύξει σχεδόν εθνική εξειδίκευση στη διαχείριση του αδιεξόδου, αντιμετωπίζοντας την οικονομική πίεση με επινοητικότητα, οικογενειακή αλληλεγγύη, προσωπικές θυσίες και εκείνη την περίφημη ελληνική αντοχή που έχει εξελιχθεί σε ένα εξαιρετικά επικερδές άλλοθι για την πολιτική αδράνεια.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 48,4% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε υπερπλήρεις κατοικίες, ένα στοιχείο που περιγράφει με στατιστική ψυχρότητα την πραγματικότητα μιας χώρας στην οποία η ανεξαρτησία των νέων μετατίθεται διαρκώς για αργότερα. Η ενηλικίωση εξαρτάται από τη σύνταξη των γονιών, η στέγαση από την οικογενειακή περιουσία, η επαγγελματική προοπτική από την ικανότητα να αντέχει κανείς έναν μισθό που εξαντλείται προτού τελειώσει ο μήνας και η δημιουργία οικογένειας αντιμετωπίζεται ως οικονομικό εγχείρημα που απαιτεί σχεδόν επιχειρηματικό σχέδιο.
Στις 13 Οκτωβρίου, φοιτητές έστησαν σκηνές στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενοι για το κόστος των σπουδών και την έλλειψη φοιτητικής στέγης, ενώ για την 21η Οκτωβρίου έχουν ανακοινωθεί νέες κινητοποιήσεις εκπαιδευτικών, μαθητών και φοιτητών με αιτήματα που αφορούν τις ελλείψεις προσωπικού, τις αποδοχές και την κατάσταση των σχολείων. Η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι γνωρίζει να διαδηλώνει, να απεργεί και να διεκδικεί, γεγονός που καθιστά το ερώτημα του ξεσηκωμού πολύ πιο σύνθετο από μια βολική διάγνωση συλλογικής απάθειας.
Το πραγματικό ζήτημα αφορά την πολιτική αποτελεσματικότητα αυτής της διαμαρτυρίας, την ικανότητα των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων να αναγνωρίσουν τις κοινές αιτίες των προβλημάτων τους και τη δυνατότητα να μετατρέψουν τη διάχυτη δυσφορία σε διεκδίκηση με διάρκεια, συνέχεια και συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Υπάρχει, άλλωστε, κάτι βαθιά εξυπηρετικό για κάθε πολιτική εξουσία σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει συλλογικά προβλήματα με ατομικές λύσεις, καθώς ο εργαζόμενος αναζητά δεύτερη δουλειά, ο νέος μεταναστεύει, ο γονιός πληρώνει ιδιωτικά για όσα αδυνατεί να εξασφαλίσει το δημόσιο σύστημα και ο ενοικιαστής μετακινείται διαρκώς σε μικρότερα και φθηνότερα σπίτια, επινοώντας τρόπους να προσαρμόζεται σε μια πραγματικότητα για την οποία κανένας δεν χρειάζεται τελικά να λογοδοτήσει. Αυτή η αδιάκοπη προσαρμογή έχει το εξαιρετικό πολιτικό πλεονέκτημα να μεταφέρει την ευθύνη από τους θεσμούς στον πολίτη, ο οποίος καλείται να οργανώσει καλύτερα τα οικονομικά του, να αποκτήσει περισσότερα προσόντα, να μειώσει τις απαιτήσεις του και να επιδείξει την απαραίτητη αισιοδοξία, κατά προτίμηση χωρίς να διαταράσσει το κυβερνητικό αφήγημα της οικονομικής ανάπτυξης.
Πόση ακόμη υπομονή χωράει πριν από την εξέγερση;
Η μεγαλύτερη πολιτική απειλή για την Ευρώπη ενδέχεται να βρίσκεται στην απώλεια της πίστης μιας γενιάς ότι η συλλογική προσπάθεια μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες ζωής, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά πρόσφορο περιβάλλον για τον κυνισμό, την πολιτική παραίτηση και την εκμετάλλευση της αγανάκτησης από δυνάμεις που γνωρίζουν να εμπορεύονται τον θυμό πολύ αποτελεσματικότερα από όσο μπορούν να αντιμετωπίσουν τις αιτίες του. Η ιστορία των κοινωνικών διεκδικήσεων έχει δείξει ότι η οργή αποκτά πολιτικό περιεχόμενο μέσα από την οργάνωση, τη συμμετοχή και τη διατύπωση συγκεκριμένων αιτημάτων, ενώ η ανεξέλεγκτη βία προσφέρει συχνά στους αντιπάλους της διαμαρτυρίας το πιο βολικό επιχείρημα για να την απαξιώσουν συνολικά.
Το ερώτημα για την Ελλάδα, επομένως, αποκτά μια πολύ πιο ενοχλητική διάσταση από το αν θα δούμε στους δικούς μας δρόμους τις εικόνες του Παρισιού, καθώς καλούμαστε να αναρωτηθούμε πόση ακόμη οικονομική ασφυξία, θεσμική δυσπιστία, στεγαστική ανασφάλεια και υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών μπορεί να απορροφήσει μια κοινωνία πριν αποφασίσει ότι η ατομική επιβίωση έχει εξαντλήσει τα πολιτικά της περιθώρια. Οι ελληνικές οικογένειες έχουν αναλάβει επί χρόνια να λειτουργούν ως ανεπίσημο κοινωνικό κράτος, οι νέοι έχουν εκπαιδευτεί στην αναβολή και οι εργαζόμενοι στην προσαρμογή, με αυτή τη διαρκή επίκληση της αντοχής να αποτελεί ίσως την πιο ύπουλη παραδοχή της εποχής μας, ότι έχουμε συνηθίσει να μετράμε την επιτυχία μιας κοινωνίας από το πόσα μπορούν να υπομείνουν οι άνθρωποί της.
Η Ευρώπη βλέπει ήδη μια γενιά να απαιτεί εξηγήσεις για το μέλλον που της υποσχέθηκαν, και η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση με πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις από την επόμενη προσωρινή ελάφρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η ίδια γενιά παρακολουθεί τη γενοκτονία στη Γάζα και την επιλεκτική προσήλωση των ευρωπαϊκών ηγεσιών στο διεθνές δίκαιο, ανακαλύπτοντας πόσο ευέλικτες μπορούν να γίνουν οι περίφημες ευρωπαϊκές αξίες όταν η υπεράσπισή τους συγκρούεται με πολιτικά και διπλωματικά συμφέροντα. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε στην πολιτική εξουσία να βαφτίζει «ανθεκτικότητα» την εξάντληση μιας κοινωνίας και «ρεαλισμό» την ηθική της χρεοκοπία, απαιτώντας από τους νέους να εμπιστεύονται θεσμούς που υποθηκεύουν το μέλλον τους και διαπραγματεύονται τις ίδιες τους τις αρχές.

