Το βαθύτερο πρόβλημα με το υποτιμητικό «Συνεργαζόμουν μαζί σου & σου έκανα παρέα γιατί σε λυπόμουν»
Ο Πέτρος Φιλιππίδης αποκάλεσε τον Σπύρο Μπιμπίλα «καραγκιόζη» και του χρέωσε χρόνια φιλίας και συνεργασίας ως προσωπική φιλανθρωπία αφού τον «λυπόταν», την ώρα που εκείνος κατέθετε στο δικαστήριο. Η αβάσταχτη αλαζονεία του ανθρώπου που σου έκανε τη χάρη να υπάρχει στη ζωή σου, που αντιμετωπίζει την παρέα του ως ευεργεσία, απαιτεί ισόβια ευγνωμοσύνη και θεωρεί το κοινό παρελθόν τσιφλίκι του. Και μια θεατρική ειρωνεία σχεδόν αριστουργηματική, αφού ο Καραγκιόζης, ο αυθάδης λαϊκός ήρωας που ξεφτίλιζε την έπαρση των ισχυρών, επιστρατεύτηκε ως προσβολή από κάποιον που μόλις είχε προσφέρει άφθονο υλικό για τον μπερντέ.
Πέτρος Φιλιππίδης: «Είσαι καραγκιόζης! Δεν ντρέπεσαι λίγο; Θα έπρεπε να ντρέπεσαι! Γελοίε!».
Σπύρος Μπιμπίλας: «Εμένα λες καραγκιόζη; Γιατί με λες καραγκιόζη;».
Πέτρος Φιλιππίδης: «Γιατί σε λυπόμουνα και σε έκανα παρέα».
Σπύρος Μπιμπίλας: «Εμένα λυπόσουνα;».
Πέτρος Φιλιππίδης: «Διαδίδεις κουτσομπολιά από εδώ και από εκεί. Είσαι ένα ανέκδοτο. Συνεργαζόμουν μαζί σου και σου έκανα παρέα γιατί σε λυπόμουν. Δεν έχω κάνει τίποτα».
Ο διάλογος αυτός καταγράφηκε το πρωί της Τρίτης 20 Οκτωβρίου, μέσα στη δικαστική αίθουσα όπου εκδικαζόταν η μήνυση του Πέτρου Φιλιππίδη εναντίον της πρώτης γυναίκας που τον είχε καταγγείλει για βιασμό. Ο Σπύρος Μπιμπίλας βρισκόταν στο βήμα του μάρτυρα και αναφερόταν στη διακοπή της συνεργασίας της Κάτιας Δανδουλάκη με τον Φιλιππίδη, λόγω καταγγελίας για παρενόχληση ηθοποιού, όταν ο τελευταίος ξέσπασε εναντίον του με ένα υβρεολόγιο που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας έντονης δικαστικής αντιπαράθεσης. Οι φωνές, οι χαρακτηρισμοί και η δημόσια απαξίωση ενός πρώην φίλου και συνεργάτη οδήγησαν στην παρέμβαση αστυνομικών και στη διακοπή της διαδικασίας, αφήνοντας πίσω τους μια από εκείνες τις σκηνές όπου η ανθρώπινη μικρότητα διεκδικεί τόσο θορυβωδώς τον χώρο της, ώστε καταφέρνει τελικά να εκτεθεί σε όλο της το μεγαλείο.
Ανάμεσα στις λέξεις που εκτοξεύτηκαν, μια συγκεκριμένη φράση αξίζει να απομονωθεί και να εξεταστεί με όλη τη σημασία που κουβαλάει. «Συνεργαζόμουν μαζί σου και σου έκανα παρέα γιατί σε λυπόμουν». Δέκα λέξεις, αρκετές για να συμπυκνώσουν μια ολόκληρη αντίληψη περί ανθρώπινης αξίας, κοινωνικής ιεραρχίας και προσωπικού μεγαλείου, μαζί με εκείνη την παλιά, σχεδόν πατροπαράδοτη ελληνική συνήθεια να αντιμετωπίζουμε την αξιοπρέπεια του άλλου σαν προνόμιο που μπορούμε να του παραχωρήσουμε ή να του αφαιρέσουμε ανάλογα με τα κέφια μας.
Υπάρχει μια ιδιαίτερα αποκρουστική μορφή αλαζονείας που εμφανίζεται όταν κάποιος πιστεύει ότι η συναναστροφή μαζί του αποτελεί από μόνη της τιμή, ότι η αποδοχή του έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την προσωπικότητα εκείνου που αποδέχεται και ότι κάθε σχέση που πέρασε από τα χέρια του μπορεί κάποια στιγμή να μετατραπεί σε αποδεικτικό της ανωτερότητάς του. Αυτή η αλαζονεία διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα για τον φορέα της, αφού του επιτρέπει να αισθάνεται γενναιόδωρος ακόμη και την ώρα που εξευτελίζει έναν άνθρωπο.
Φιλιππίδης: Αληθινή ποινή δεν είναι τα 3 χρόνια με αναστολή ή το 50/50 του διχασμού, αλλά το στίγμα
Πόση αλαζονεία χωράει στο «σε λυπόμουν»;
Ο οίκτος έχει απασχολήσει τη φιλοσοφία επί αιώνες, από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Νίτσε, ακριβώς επειδή εμπεριέχει μια σύνθετη σχέση ανάμεσα σε αυτόν που τον αισθάνεται και σε εκείνον που τον δέχεται. Μπορεί να προκύπτει από την αναγνώριση της ανθρώπινης ευαλωτότητας, μπορεί όμως να καλλιεργεί και την ευχάριστη πεποίθηση ότι βρισκόμαστε σε καλύτερη θέση από τον συνάνθρωπό μας. Ο Νίτσε αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία εκείνες τις εκδηλώσεις συμπόνιας που υποβιβάζουν την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του αποδέκτη τους, ακριβώς επειδή αντιλαμβανόταν πόσο εύκολα η ηθική αυτοϊκανοποίηση μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια φαινομενικά ευγενική χειρονομία.
Το «σε λυπόμουν» που εκστομίζεται δημόσια για να πληγώσει κάποιον ανήκει σε αυτή τη σκοτεινή περιοχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εκεί όπου ο οίκτος επιστρατεύεται ως επιχείρημα υπεροχής και η υποτιθέμενη καλοσύνη χρησιμοποιείται για να ακυρώσει τον αποδέκτη της. Εκείνος που προφέρει τη φράση εμφανίζεται να έχει απονείμει στον εαυτό του το δικαίωμα να αξιολογήσει αναδρομικά μια ολόκληρη σχέση, να αφαιρέσει από τον άλλον την ισοτιμία που θεωρούσε ότι υπήρχε μεταξύ τους και να παρουσιάσει την κοινή τους ιστορία ως αποτέλεσμα προσωπικής μεγαλοψυχίας.
Και υπάρχει κάτι βαθιά άκομψο, σχεδόν χυδαίο, στην επιθυμία να γνωστοποιήσεις σε κάποιον, μπροστά σε τρίτους, ότι επί χρόνια υπήρξε αντικείμενο της λύπησής σου. Η ίδια η ανακοίνωση ακυρώνει κάθε ηθικό μεγαλείο που επιχειρεί να οικειοποιηθεί ο ομιλητής. Η καλοσύνη που χρειάζεται έναν δημόσιο εξευτελισμό για να αποδείξει την ύπαρξή της έχει ήδη αποκαλύψει αρκετά για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος που σου έκανε τη χάρη να υπάρχει στη ζωή σου
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η επιλογή του ρήματος. «Σου έκανα παρέα». Μια διατύπωση που προσδίδει στην ανθρώπινη συναναστροφή τη διάσταση προσωπικής παραχώρησης, σαν να επρόκειτο για κάποια εξυπηρέτηση που προσφέρθηκε σε έναν άνθρωπο με περιορισμένες δυνατότητες να διεκδικήσει κάτι καλύτερο.
Και όταν αυτή η διατύπωση συνδέεται με το «συνεργαζόμουν μαζί σου», η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο κοινωνικό βάθος. Εδώ συναντάμε την κουλτούρα της προσωπικής χάρης, εκείνο το ανθεκτικό σύστημα άτυπων εξαρτήσεων που έχει αναθρέψει γενιές επαγγελματιών, καλλιτεχνών και ανθρώπων με δημόσια παρουσία, μαθαίνοντάς τους ότι η πρόσβαση σε μια δουλειά, σε έναν κύκλο ή σε μια ευκαιρία μπορεί να δημιουργήσει μια σχεδόν ισόβια υποχρέωση ευγνωμοσύνης.
Στον κόσμο αυτής της νοοτροπίας, ο άνθρωπος που διαθέτει μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα ή επαγγελματική επιρροή φαντάζεται ότι κατέχει ένα είδος κοινωνικής κυριότητας πάνω σε όσους βρέθηκαν δίπλα του.
Μπορεί να επικαλείται την υποστήριξή του ως τεκμήριο αρετής, να αποτιμά τη συνεργασία με όρους προσωπικού δανείου και να αντιμετωπίζει την αυτονομία του άλλου σαν ανεπίτρεπτη αχαριστία. Η διαφωνία γίνεται προσβολή προς τον ευεργέτη, η κριτική μεταφράζεται σε προδοσία και η δημόσια τοποθέτηση ενός πρώην συνεργάτη μοιάζει να ενεργοποιεί έναν φανταστικό λογαριασμό που περίμενε χρόνια να εξοφληθεί.
Πρόκειται για μια αντίληψη εξουσίας που επιβιώνει χάρη στην εξαιρετικά βολική σύγχυση ανάμεσα στην επαγγελματική επιτυχία και στην ανθρώπινη ανωτερότητα. Ένας σπουδαίος ηθοποιός, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, ένας δημοφιλής παρουσιαστής ή οποιοσδήποτε άνθρωπος με επιρροή μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι η δημόσια αναγνώριση του εξασφαλίζει και το δικαίωμα να μοιράζει προσωπική αξία στους γύρω του.
Το πιο παράλογο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά εξακολουθεί να βρίσκει κοινωνικό ακροατήριο πρόθυμο να την αποδώσει στον ισχυρό χαρακτήρα, στην εκρηκτική ιδιοσυγκρασία ή στην ένταση της στιγμής. Η προσβολή αποκτά χαρακτήρα αυθεντικότητας και η ταπείνωση του άλλου παρουσιάζεται σχεδόν ως απόδειξη ενός ανθρώπου που «τα λέει έξω από τα δόντια». Έχουμε αποδεχτεί τόσες φορές την αγένεια ως ιδιαίτερο γνώρισμα προσωπικότητας, ώστε κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε πόσο συχνά η επιθετικότητα χρειάζεται ακριβώς αυτή την κοινωνική ανοχή για να συνεχίζει ανενόχλητη.
Η απάντηση του Μπιμπίλα
Το «Εμένα λυπόσουνα;» του Σπύρου Μπιμπίλα έχει μια σχεδόν αφοπλιστική δύναμη, καθώς αναγκάζει τη χυδαιότητα της προηγούμενης φράσης να σταθεί μόνη της, χωρίς την προστασία του θυμού και της έντασης. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο προβληματικό στο γεγονός ότι αυτή η σκηνή εκτυλίχθηκε μέσα σε δικαστική αίθουσα, με έναν μάρτυρα να δέχεται προσωπικές προσβολές επειδή το περιεχόμενο της κατάθεσής του προκάλεσε την αντίδραση του Φιλιππίδη. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό και ενοχλητικό για κάθε αντίληψη περί δικαιοσύνης και δημόσιας συμπεριφοράς. Ποιο ακριβώς στοιχείο μιας μαρτυρίας αντικρούεται με το «σε λυπόμουν»;
Υπάρχει, άλλωστε, κάτι εξαιρετικά φτηνό στην προσπάθεια να εξευτελίσεις έναν άνθρωπο χρησιμοποιώντας τα χρόνια που περάσατε μαζί, λες και η κοινή σας ιστορία αποτελεί προσωπική σου περιουσία και μπορείς να τη ρευστοποιήσεις σε προσβολές όποτε θιγεί ο εγωισμός σου. Και χρειάζεται μια αξιοσημείωτη δόση μικροπρέπειας για να επιστρατεύσεις μια παλιά φιλία ως επιχείρημα προσωπικής υπεροχής, θεωρώντας μάλιστα ότι αυτή η δημόσια επίδειξη περιφρόνησης προσθέτει κάτι στο ανάστημά σου.
Όσο για το «καραγκιόζης», έχει τη δική του, σχεδόν απολαυστική ειρωνεία όταν εκτοξεύεται από έναν άνθρωπο του θεάτρου. Ο Καραγκιόζης υπήρξε επί αιώνες ο φτωχός, ο αυθάδης, ο ανυπότακτος λαϊκός ήρωας που σατίριζε τους ισχυρούς και γελοιοποιούσε την έπαρση της εξουσίας. Η μετατροπή του ονόματός του σε προσβολή αποκαλύπτει και μια βαθύτερη πολιτισμική παρεξήγηση, καθώς στο θέατρο σκιών η γελοιότητα δεν αποτελεί πάντοτε προνόμιο εκείνου που βρίσκεται πίσω από τον μπερντέ. Συχνά ανήκει σε εκείνον που έχει την εξουσία και αδυνατεί να αντιληφθεί πόσο γελοία μπορεί να γίνει η επίδειξή της.
Χρειάζεται, μάλλον, πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου ώστε να θεωρείς την παρουσία σου στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου πράξη φιλανθρωπίας. Και ακόμη μεγαλύτερη για να πιστεύεις ότι μπορείς να τον εξευτελίσεις απαιτώντας να σου χρωστάει ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.

