«Προνομιούχο» επάγγελμα ή καθημερινή επιβίωση;Τι σημαίνει να είσαι εκπαιδευτικός στην Ελλάδα σήμερα

Νίκη Παπανικολάου
«Προνομιούχο» επάγγελμα ή καθημερινή επιβίωση;Τι σημαίνει να είσαι εκπαιδευτικός στην Ελλάδα σήμερα

Ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ, Ανδρέας Καργόπουλος, μιλά για την αθέατη πλευρά της εκπαίδευσης στην Ελλάδα: τις χαμηλές αμοιβές, την εργασιακή ανασφάλεια, το burnout, την έλλειψη στήριξης στις αναπληρώτριες μητέρες, τα κενά στις σχολικές υποδομές.

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα, η κουβέντα καταλήγει σχεδόν αυτόματα στο ίδιο γνωστό επιχείρημα: «Ναι, αλλά κάθονται τρεις μήνες το καλοκαίρι, έχουν δεκαπέντε μέρες διακοπές τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, συν τις αργίες και τις εκδρομές». Η πραγματικότητα όμως για τους ανθρώπους που σηκώνουν καθημερινά το βάρος της τάξης και της διαπαιδαγώγησης των παιδιών είναι διαφορετική και σίγουρα όχι τόσο γνωστή.

Με αφορμή λοιπόν την Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών, ζητήσαμε από τον πρόεδρο της ΟΛΜΕ, Ανδρέα Καργόπουλο, να μας περιγράψει τις πραγματικές προκλήσεις του κλάδου. Και όπως εξηγεί, η καθημερινότητα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που οι περισσότεροι φαντάζονται.

Από τους εισαγωγικούς μισθούς των 820 ευρώ που δυσκολεύουν ακόμη και την κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης, έως το οξύ στεγαστικό πρόβλημα στις τουριστικές περιοχές και τα νησιά - όπου πολλοί εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να ζουν υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες - η καθημερινότητα απαιτεί συνεχείς προσωπικές υπερβάσεις. Παράλληλα, η εργασιακή αβεβαιότητα των δεκάδων χιλιάδων αναπληρωτών που καλούνται κάθε χρόνο να μετακινούνται «με μια βαλίτσα στο χέρι», δημιουργεί ένα αίσθημα διαρκούς ανασφάλειας που επηρεάζει τόσο τον οικογενειακό τους προγραμματισμό όσο και τη συνοχή της σχολικής κοινότητας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στη θέση της γυναίκας εκπαιδευτικού, καθώς η πλειονότητα του κλάδου έρχεται αντιμέτωπη με σοβαρά εμπόδια, ελλείψεις και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις στο θεσμικό πλαίσιο προστασίας της μητρότητας και της οικογενειακής ζωής. Την ίδια στιγμή, οι γηρασμένες σχολικές υποδομές, η αυξημένη γραφειοκρατία και η απουσία ενός σταθερού δικτύου ψυχολογικής υποστήριξης επιβαρύνουν καθημερινά το κλίμα μέσα στις τάξεις, ενισχύοντας τα φαινόμενα επαγγελματικής εξουθένωσης και ψυχικής εξάντλησης. Εκπαιδευτικοί που λυγίζουν από το βάρος, εγκαταλείπουν την τάξη, αναζητούν διοικητικές θέσεις ή φτάνουν ακόμη και στην παραίτηση.

Πώς επηρεάζουν όλα αυτά την καθημερινότητα στα σχολεία και τη σχέση των εκπαιδευτικών με τους μαθητές; Ας δούμε τι είπε στο queen.gr ο Ανδρέας Καργόπουλος.

ekpaideftikos.jpg

pexels.com/ Pavel Danilyuk

Με αφορμή την Ημέρα του Εκπαιδευτικού, θα θέλαμε να φωτίσουμε μια πλευρά που συχνά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση: την καθημερινότητα των εκπαιδευτικών. Ποια είναι σήμερα τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος;

Τα τελευταία χρόνια, το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει γίνει και στη χώρα μας αντιδημοφιλές. Έγιναν φέτος, 22.000 λιγότερες αιτήσεις για τους πίνακες του ΑΣΕΠ, περίπου 240 θέσεις μόνιμων διορισμών έμειναν κενές λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, ενώ κάθε χρόνο παραιτείται το 15-20% των αναπληρωτών, παρά την απαράδεκτη ποινή αποκλεισμού από τους πίνακες για όποιον παραιτείται. Οι λόγοι είναι πρώτον, οι υλικοί όροι διαβίωσης των εκπαιδευτικών, ο μισθός του εκπαιδευτικού είναι εξευτελιστικός, χαρακτηριστικά ο νεοδιορισμένος συνάδελφος για την πρώτη χρονιά στο εισαγωγικό κλιμάκιο, αμείβεται με περίπου 820 ευρώ, ενώ ο αναπληρωτής περίπου 1.000 ευρώ και το καλοκαίρι είναι στο ταμείο ανεργίας. Τις περισσότερες φορές ο μισθός, φτάνει οριακά να καλύψει τα πανάκριβα ενοίκια.

Ειδικά στις τουριστικές περιοχές, αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να ζήσουν, εάν δεν έχουν σπίτι δικό τους. Η εικόνα των συναδέλφων που μένουν στο κάμπινγκ της Σαντορίνης κάθε χρόνο, που κοιμούνται στα αυτοκίνητά τους στη Ρόδο, ή το τελευταίο απίστευτο περιστατικό στα Χανιά, που έμενε με το 4χρονο παιδί της σε σκηνή, προσβάλλουν τόσο τον εκπαιδευτικό όσο και την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.

Από τα μνημόνια και μετά, οι εκπαιδευτικοί έχουμε χάσει 3 επιδόματα, ένα μισθολογικό κλιμάκιο, τον 13ο και 14ο μισθό, πρακτικά το 40% του μισθού μας. Πραγματικά, όμως η απώλεια είναι πολύ μεγαλύτερη αν συνυπολογίσουμε την ακρίβεια, τον πληθωρισμό κτλ.

Το δεύτερο είναι οι συνθήκες εργασίας, αφού λόγω έλλειψης προσωπικού, ο εκπαιδευτικός καλείται να κάνει τα πάντα μέσα σε ένα σχολείο, πολλές φορές έξω από τα καθήκοντά του, προκειμένου να κρατήσουμε όρθια τα σχολεία.

Το τρίτο, είναι απαράδεκτοι οι χώροι εργασίας, η κατάσταση με τη σχολική στέγη είναι τραγική. Κάθε εβδομάδα καταγράφουμε ένα ατύχημα είτε με μαθητή είτε με εκπαιδευτικό. Το περιβόητο πρόγραμμα "Μαριέττα Γιαννάκου" καλύπτει μόνο 670 σχολικές μονάδες από τις πάνω από 12.500 σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια και αφορά κυρίως αύλειους χώρους, ράμπες ΑΜΕΑ, τουαλέτες. Η στατικότητα των κτηρίων, που είναι το κύριο πρόβλημα, ελέγχεται μόνο σε επίπεδο Α (οπτικός έλεγχος), τη στιγμή που ένα σημαντικό τμήμα των σχολικών μονάδων είναι χτισμένο πριν από τη δεκαετία του '80.

Η υποχρηματοδότηση των Δήμων και η κατάργηση των σχολικών επιτροπών έχουν οδηγήσει τα σχολεία σε οικονομική ασφυξία. Δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για τα απαραίτητα αναλώσιμα υλικά, όπως φωτοτυπικό χαρτί, χαρτί υγείας, πετρέλαιο κ.α.

Τέλος, το καθεστώς αυταρχισμού και καταστολής που ζουν καθημερινά οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία από το κράτος, είτε αυτό αφορά τα συνδικαλιστικά μας δικαιώματα -η κυβέρνηση επί της ουσίας δεν αναγνωρίζει το απεργιακό μας δικαίωμα-, είτε για διοικητικά θέματα που αφορούν τη λειτουργία του σχολείου. Χιλιάδες εκπαιδευτικοί καλούνται κάθε χρόνο για έγγραφες εξηγήσεις, ΕΔΕ και πειθαρχικά, τις περισσότερες φορές αναίτια.

Αυτή η συσσώρευση οικονομικών προβλημάτων, επικίνδυνων υποδομών και διοικητικής πίεσης, τι αντίκτυπο έχει στην ψυχολογική κατάσταση των εκπαιδευτικών; Πόσο βαθύ είναι πλέον το αίσθημα του burnout στις σχολικές αίθουσες;

Είναι καταγεγραμμένο σε όλες τις διεθνείς έρευνες, ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι από τα πιο αγχώδη επαγγέλματα, προκαλεί ψυχολογική εξουθένωση, ακόμα και τάσεις παραίτησης από το σχολείο. Αυτό έχει να κάνει με τη διαρκή έκθεση, την ευθύνη που νιώθει ένας εκπαιδευτικός απέναντι στους ανήλικους μαθητές, την απαίτηση να μπορεί να στέκεται στην τάξη ανεξάρτητα από το τι μπορεί να συμβαίνει στην προσωπική του ζωή. Σε αυτό συμβάλλει και η αύξηση των καθηκόντων, πολύ συχνά άσχετων με τη διδασκαλία, η γραφειοκρατία, η λεγόμενη αξιολόγηση, οι ελλείψεις σε προσωπικό και σε υλικοτεχνική υποδομή.

Η ψυχολογική υποστήριξη ενός εκπαιδευτικού είναι ανύπαρκτη. Χαρακτηριστικό είναι πως, για το μόνιμο προσωπικό, υπάρχει μόνο μία ψυχιατρική εξέταση όταν διορίζεται και μετά για όλα τα χρόνια της υπηρεσίας, δεν υπάρχει καμία υποστήριξη. Τα τελευταία χρόνια, γενικεύονται τα φαινόμενα burnout, όλοι και περισσότεροι εκπαιδευτικοί εγκαταλείπουν την τάξη, αναζητούν διοικητικές θέσεις, οδηγούνται ακόμα και στην παραίτηση ενώ δεν λείπουν και τα τραγικά περιστατικά. Είναι απαράδεκτη η απόφαση της κυβέρνησης, να απαγορεύσει τις μετατάξεις εκπαιδευτικών σε άλλους τομείς τους δημοσίου, ώστε συνάδελφοι -τις περισσότερες φορές πολύ υψηλών προσόντων- που δυσκολεύονται στη σχολική τάξη, να αξιοποιηθούν σε άλλες υπηρεσίες.

Τώρα που ανοίγουν τα σχολεία, μην ξεχάσουμε τους εκπαιδευτικούς που ψάχνουν σπίτι και σχολείο

Αναφερθήκατε στην εργασιακή ανασφάλεια. Η «ραχοκοκαλιά» όμως του σχολείου στηρίζεται πλέον σε δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές. Ποια είναι η πραγματική εικόνα με τα κενά στα σχολεία και πώς επηρεάζει την εκπαιδευτική διαδικασία αυτή η διαρκής ζωή «με μια βαλίτσα στο χέρι»;

Οι αναπληρωτές και αναπληρώτριες ζουν σε καθεστώς ανασφάλειας εδώ και πολλά χρόνια, κυριολεκτικά με μία βαλίτσα στο χέρι, γυρνάνε όλη την Ελλάδα, αφού μέσα σε τρεις ημέρες πρέπει να παρουσιαστούν εκεί που θα τους καλέσουν. Η ελαστική εργασία (συμβασιούχοι) δημιουργεί τεράστια προβλήματα στον προγραμματισμό, κυρίως τον οικογενειακό, του εκπαιδευτικού, αλλά ταυτόχρονα και στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία, αφού είναι χιλιάδες τα κενά που παραμένουν ακάλυπτα όλη τη χρονιά, οι εκπαιδευτικοί δεν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν ουσιαστικούς παιδαγωγικούς δεσμούς αφού κάθε χρόνο αλλάζουν σχολείο, που κυρίως στην ειδική αγωγή είναι απαραίτητοι για τη στήριξη των μαθητών.

Από τα μνημόνια και μετά, για 12 ολόκληρα χρόνια δεν έγινε κανένας διορισμός στην εκπαίδευση. Με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κενό 50.000 εκπαιδευτικών λόγω συνταξιοδοτήσεων. Από το 2020 και μετά, που ξεκίνησαν πάλι οι διορισμοί, αυτό το κενό δεν καλύφθηκε, αφού κάθε χρόνο οι διορισμοί είναι είτε ίσοι είτε λίγο περισσότερες από τις συνταξιοδοτήσεις της χρονιάς. Έχει δημιουργηθεί, λοιπόν, ένας παγιωμένος αριθμός τακτικών κενών, που όταν σε αυτά προστίθενται και τα έκτακτα (άδειες λοχείας, ανατροφής τέκνου, ασθενείας κ.α.) η κατάσταση γίνεται μη διαχειρίσιμη.

Πέρσι είχαν υπηρετήσει, στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση συνολικά 46.000 αναπληρωτές, ενώ φέτος έχουν προσληφθεί μόνο 30.000 αναπληρωτές στην πρώτη φάση και 6.683 στη δεύτερη φάση.

Το πρόβλημα θα λυθεί μόνο με μαζικούς διορισμούς μόνιμου προσωπικού στα πραγματικά κενά που υπάρχουν.

ekpaideftikos1.jpg

pexels.com/ Gera Cejas

Θα ήθελα να σταθούμε ιδιαίτερα στις γυναίκες εκπαιδευτικούς. Πώς τις επηρεάζουν οι συνεχείς μετακινήσεις, η εργασιακή αβεβαιότητα και το κόστος ζωής ειδικά αν έχουν οικογένεια και παιδιά;

Οι γυναίκες εκπαιδευτικοί που αποτελούν και την πλειονότητα, αντιμετωπίζουν με πιο έντονο τρόπο τα προβλήματα του κλάδου. Στη χειρότερη θέση όλων, είναι οι αναπληρώτριες. Είναι οι μοναδικές εργαζόμενες στην Ελλάδα που δεν δικαιούνται 9μηνη άδεια ανατροφής τέκνου, δικαιούνται μόνο 8 εβδομάδες άδεια εγκυμοσύνης, 9 εβδομάδας άδεια λοχείας και 3,5 μήνες άδεια ανατροφής τέκνου. Πρακτικά, μία αναπληρώτρια με ένα παιδί 6 μηνών, θα πρέπει να γυρίσει στο σχολείο, που τις περισσότερες φορές είναι μακριά από το σπίτι της, χωρίς καμία βοήθεια. Είναι εγκληματικό ότι οι αναπληρώτριες δεν δικαιούνται άδεια επαπειλούμενης εγκυμοσύνης, με αποτέλεσμα σε αρκετές συναδέλφισσες να μπαίνει το βάρβαρο δίλημμα, να συνεχίσουν να υπηρετούν σε ένα απομακρυσμένο μέρος ή σε κάποιο νησί διατρέχοντας τον κίνδυνο διακοπής της κύησης ή να παραιτηθούν, που με αυτόν τον τρόπο για 2 ολόκληρα χρόνια θα βρεθούν εκτός πινάκων επιλογής του ΑΣΕΠ, πέφτοντας πολλές θέσεις στην κατάταξη, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται συνολικά η πορεία τους στην εκπαίδευση.

Ακόμα και την 4μηνη άδεια ανατροφής τέκνου άνευ αποδοχών που δικαιούνται και οι μόνιμες εκπαιδευτικοί, το υπουργείο Παιδείας καταναγκάζει τις συναδέλφισσες η άδεια να λήγει στις 31 Αυγούστου, ακυρώνοντας πρακτικά τους δύο μήνες, παρότι τα δικαστήρια έχουν καταδικάσει αυτή την πρακτική όσες φορές έχουν προσφύγει εκπαιδευτικοί.

Πολλές εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν υπηρεσία μέσα στη μέση της χρονιάς, δεν δικαιούνται αυτοδίκαια θέση σε παιδικό σταθμό. Για παράδειγμα, συναδέλφισσα στη Σαντορίνη, έκανε μάθημα με το παιδί της, 2 χρονών, μέσα στην τάξη, γιατί δεν είχε πού να το αφήσει.

Τέλος, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για γονείς που έχουν συνεπιμέλεια των παιδιών. Όταν ο ένας από τους δύο διορίζεται σε άλλο νομό, πρακτικά καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην επιμέλεια και τον διορισμό.

Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα, ένα μεγάλο κομμάτι του κλάδου, ειδικά τα 12 χρόνια της αδιοριστίας, να μην έχει καταφέρει να κάνει οικογένεια. Και είναι άλλο πράγμα να επιλέγει κάποιος να μην κάνει οικογένεια - αυτό είναι δικαίωμα του καθενός και της καθεμιάς-, και άλλο πράγμα να σε καταναγκάζει το κράτος να μην κάνεις οικογένεια επειδή επέλεξες να υπηρετήσεις το δημόσιο σχολείο.

Ποιά κοινωνική δεξιότητα που οι γονείς ξεχνούν να διδάξουν, προσέχουν αμέσως οι εκπαιδευτικοί;

Απέναντι σε όλα αυτά τα σύνθετα κοινωνικά και ψυχολογικά ζητήματα που φτάνουν μέχρι τη σχολική αίθουσα, υπάρχει επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο; Πώς λειτουργεί στην πράξη η κάλυψη των σχολείων με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς;

Η πλειονότητα των συναδέλφων ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών είναι συμβασιούχοι (αναπληρωτές δηλαδή), οι οποίοι με εξαίρεση τα ειδικά σχολεία και κάποια ΕΠΑΛ, χρεώνονται σε πέντε σχολεία. Πρακτικά, ο ψυχολόγος ή ο κοινωνικός λειτουργός επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα το κάθε σχολείο. Είναι προφανές ότι ένας ψυχολόγος που αναλαμβάνει υπηρεσία Οκτώβριο-Νοέμβριο και έρχεται σε επαφή μια φορά την εβδομάδα, ενός σχολείου με 200-300 μαθητές, δυσκολεύεται ακόμα και να τους γνωρίσει. Πολλώ δε μάλλον να αποκτήσει σχέσεις εμπιστοσύνης, με τους μαθητές που έχουν ανάγκη, προκειμένου να τον εμπιστευτούν και να ανοιχτούν και ο ίδιος να μπορέσει να παρέμβει για να στηρίξει του μαθητές.

DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved