5 χρόνια χωρίς τη Φώφη Γεννηματά: Το ΕΣΥ του πατέρα της απέναντι στους τσαρλατάνους του σήμερα

Ανθή Μιμηγιάννη
5 χρόνια χωρίς τη Φώφη Γεννηματά: Το ΕΣΥ του πατέρα της απέναντι στους τσαρλατάνους του σήμερα

Σαράντα τρία χρόνια μετά τη θεμελίωση του ΕΣΥ, η υπόθεση Μαζωνάκη, η ανάγκη για το MedWatch και η νέα επέλαση της ψευδοεπιστήμης επαναφέρουν ένα παλιό, ενοχλητικό ερώτημα: Ποιος προστατεύει τελικά τον ασθενή; Πέντε χρόνια από τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά, η πολιτική παρακαταθήκη της οικογένειάς της αποκτά μια σχεδόν προκλητική επικαιρότητα.

Υπάρχει κάτι βαθιά εξευτελιστικό για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα που, σαράντα τρία χρόνια μετά τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, ανακαλύπτει ότι χρειάζεται την τεχνητή νοημοσύνη για να εντοπίζει ιατρικές πρακτικές που ενδεχομένως παραβιάζουν τη νομοθεσία, παραπλανητικές διαφημίσεις και επαγγελματίες που υπόσχονται περισσότερα από όσα επιτρέπει η επιστήμη. Κάποτε ο Γιώργος Γεννηματάς έδινε πολιτικές μάχες για να αποκτήσει ο πολίτης πρόσβαση στη δημόσια περίθαλψη, σήμερα το κράτος επιστρατεύει αλγορίθμους για να ελέγξει τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τις καλογυαλισμένες βιτρίνες μιας ολόκληρης αγοράς που εμπορεύεται την υγεία, την ευεξία και, συχνά, την ανθρώπινη αγωνία.

Στις 25 Οκτωβρίου συμπληρώνονται πέντε χρόνια από τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά, μιας γυναίκας που έφυγε από τη ζωή στα 56 της, έπειτα από πολυετή αναμέτρηση με τον καρκίνο, ακριβώς την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου του Μαστού. Η τραγική σύμπτωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν αναλογιστεί κανείς ότι ο πατέρας της υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς πρωταγωνιστές της ανάπτυξης του ΕΣΥ, ενώ η ίδια πέρασε ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας διαδρομής της υπερασπιζόμενη την ανάγκη ανασυγκρότησής του. Στην οικογένεια Γεννηματά, η υγεία βρέθηκε στον πυρήνα της πολιτικής τους ταυτότητας και της προσωπικής τους ιστορίας, με μια σκληρότητα που κανένα επετειακό αφιέρωμα δεν μπορεί να αποδώσει επαρκώς.

Το κενό της Φώφης δεν καλύπτεται όμως η Ημέρα του Πατέρα έχει τεράστια αξία για τον Αντρέα Τσούνη

Η Φώφη ήταν γεννημένη Γεννηματά: Η ειρωνεία του να φύγει την Ημέρα κατά του Καρκίνου του Μαστού

5 χρόνια από την απώλεια της Φώφης Γεννηματά, ο γιος της, Γιώργος πήρε το πτυχίο του στη Νομική

Ο Γεννηματάς είχε καταλάβει κάτι που σήμερα ξεχάσαμε

Η θεμελίωση του ΕΣΥ με τον νόμο 1397 του 1983, επί υπουργίας Παρασκευά Αυγερινού, και η μετέπειτα εδραίωσή του από τον Γιώργο Γεννηματά αποτέλεσαν μία από τις ουσιαστικότερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης. Η πρόσβαση στην περίθαλψη απέκτησε χαρακτήρα καθολικού δικαιώματος, η ανάπτυξη των Κέντρων Υγείας άλλαξε τον υγειονομικό χάρτη της περιφέρειας και η πολιτεία ανέλαβε μια ευθύνη που για δεκαετίες παρέμενε δέσμια κοινωνικών ανισοτήτων, γεωγραφικών αποκλεισμών και οικονομικών δυνατοτήτων.

Ο Γεννηματάς είχε αντιληφθεί ότι το επίπεδο πολιτισμού μιας κοινωνίας αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όταν εκείνος χάνει την υγεία του, δηλαδή τη στιγμή που περιορίζεται η δυνατότητά του να διαπραγματευτεί, να αντισταθεί και να επιβάλει τους δικούς του όρους. Αυτή η αντίληψη είχε βαθύ πολιτικό περιεχόμενο, επειδή αμφισβητούσε την ιδέα ότι η ποιότητα της φροντίδας μπορεί να εξαρτάται από την οικονομική και κοινωνική θέση του ασθενούς.

Το ΕΣΥ που γεννήθηκε τότε κουβαλούσε ασφαλώς τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τις μεταγενέστερες παθογένειες ενός κράτους που δεν έπαψε ποτέ να αντιμετωπίζει κρίσιμους θεσμούς με πελατειακά αντανακλαστικά. Η ιστορική του σημασία, ωστόσο, βρίσκεται στην πολιτική απόφαση ότι η υγεία αποτελεί συλλογική υποχρέωση, με το κράτος να αναλαμβάνει την ευθύνη της πρόσβασης, της ποιότητας και της προστασίας του πολίτη.

Αυτή ακριβώς η ευθύνη βρίσκεται σήμερα ξανά στο τραπέζι, με πολύ πιο σκοτεινούς όρους.

Από το ΕΣΥ στο MedWatch, με ενδιάμεσο σταθμό μια τραγωδία

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη στις 9 Σεπτεμβρίου, έπειτα από καρδιακή ανακοπή σε ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι, άνοιξε μια συζήτηση που η ελληνική πολιτεία όφειλε να έχει πραγματοποιήσει προ πολλού. Οι συνθήκες της ιατρικής πράξης στην οποία φέρεται να υποβλήθηκε, οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις, η καταλληλότητα του εξοπλισμού και οι ευθύνες των εμπλεκομένων αποτέλεσαν αντικείμενο ποινικής διερεύνησης, με δύο γιατρούς να προφυλακίζονται αντιμετωπίζοντας βαρύ κατηγορητήριο, το οποίο αρνούνται.

Η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια ένα θεσμικό πρόβλημα με διαστάσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τον θάνατο ενός διάσημου ανθρώπου, καθώς υποχρέωσε την πολιτεία να επανεξετάσει την επάρκεια της εποπτείας στον ιδιωτικό χώρο της υγείας. Η προβολή μιας ιατρικής υπηρεσίας ως προηγμένης, καινοτόμου ή επαναστατικής δεν προσφέρει από μόνη της καμία εγγύηση επιστημονικής εγκυρότητας, ασφάλειας ή νομιμότητας, όσο πειστικά κι αν παρουσιάζεται στο ψηφιακό περιβάλλον μιας αγοράς που έχει μάθει να μετατρέπει ακόμη και την ιατρική ορολογία σε εμπορικό πλεονέκτημα.

Κάπως έτσι εμφανίστηκε το MedWatch, το ψηφιακό σύστημα εποπτείας που παρουσιάστηκε από το υπουργείο Υγείας μετά την τραγωδία, αξιοποιώντας τεχνητή νοημοσύνη για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων σε ιατρεία, επιχειρήσεις και διαδικτυακές ιατρικές διαφημίσεις. Μέσα στις πρώτες δέκα ημέρες λειτουργίας του καταγράφηκαν εκατοντάδες ευρήματα προς διερεύνηση, τα οποία φυσικά δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με διαπιστωμένες παρανομίες, αποτυπώνουν όμως το εύρος ενός πεδίου που χρειάζεται συστηματικό έλεγχο.

Η τεχνολογία μπορεί πράγματι να ενισχύσει την εποπτεία, να εντοπίσει ασυνέπειες ανάμεσα σε άδειες και διαφημιζόμενες υπηρεσίες και να κατευθύνει τα αρμόδια όργανα εκεί όπου υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παραβατικότητας. Παραμένει, ωστόσο, απολύτως θεμιτό να αναρωτηθεί κανείς γιατί χρειάστηκε ο θάνατος ενός τόσο αναγνωρίσιμου ανθρώπου για να αποκτήσει τέτοια πολιτική προτεραιότητα η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς και πόσες αντίστοιχες περιπτώσεις θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες όταν οι εμπλεκόμενοι δεν διαθέτουν την αναγνωρισιμότητα που κινητοποιεί την επικαιρότητα.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική πρόκληση που θα αναγνώριζε ο Γιώργος Γεννηματάς. Η υποχρέωση του κράτους απέναντι στον ασθενή αρχίζει πολύ πριν εκείνος βρεθεί σε κίνδυνο, περιλαμβάνει αυστηρή αδειοδότηση, πραγματικούς ελέγχους, επαρκώς στελεχωμένες υπηρεσίες και θεσμούς με την ανεξαρτησία και την αποφασιστικότητα να παρεμβαίνουν εγκαίρως, ακόμη κι όταν απέναντί τους βρίσκονται ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.

Η επιστήμη δεν έχει ανάγκη από θαυματοποιούς

Σαν να μην έφτανε η υπόθεση Μαζωνάκη, η σημερινή επικαιρότητα επαναφέρει στο προσκήνιο τη λεγόμενη κβαντική ιατρική, τον βιοσυντονισμό και πρακτικές των οποίων η επιστημονική τεκμηρίωση αμφισβητείται ευθέως από τους αρμόδιους θεσμούς. Η γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, που δημοσιοποιήθηκε αυτές τις ημέρες, ξεκαθαρίζει ότι ο βιοσυντονισμός δεν διαθέτει επαρκή τεκμηρίωση για τη διαγνωστική ή θεραπευτική του αποτελεσματικότητα και ότι τίτλοι όπως «κβαντική ιατρική» δεν αντιστοιχούν σε αναγνωρισμένες ιατρικές ειδικότητες.

Είναι σχεδόν σουρεαλιστικό να διαθέτουμε το 2026 επιστημονικά επιτεύγματα που πριν από λίγες δεκαετίες θα έμοιαζαν αδιανόητα και την ίδια στιγμή να χρειάζεται να υπενθυμίζουμε ότι η θεραπευτική αποτελεσματικότητα κρίνεται με επιστημονικά δεδομένα, κλινικές μελέτες και κανόνες ασφάλειας. Η ιατρική πρόοδος απαιτεί έρευνα, αμφισβήτηση, έλεγχο και διαρκή αναθεώρηση της γνώσης, διαδικασίες επίπονες και συχνά αργές, τις οποίες οι επαγγελματίες της εύκολης υπόσχεσης μπορούν να παρακάμπτουν με μερικούς εντυπωσιακούς όρους, μια καλοστημένη διαφήμιση και αρκετή εμπορική αυτοπεποίθηση.

Ο σύγχρονος τσαρλατανισμός άλλωστε διαθέτει εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής, δανείζεται το λεξιλόγιο της επιστήμης, συσκευάζει παλιές δοξασίες με σύγχρονη αισθητική και βρίσκει πρόθυμο ακροατήριο σε ανθρώπους που φοβούνται, υποφέρουν ή έχουν εξαντληθεί αναζητώντας λύσεις. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η θεσμική ανοχή, οι καθυστερήσεις της δημόσιας περίθαλψης και η ανεπάρκεια των μηχανισμών ελέγχου αφήνουν χώρο για την εμπορική εκμετάλλευση της ευαλωτότητας.

Ο ασθενής που βρίσκεται σε απόγνωση δικαιούται την προστασία της πολιτείας ακριβώς επειδή η αγωνία του μπορεί να τον καταστήσει ευάλωτο σε υποσχέσεις που υπό άλλες συνθήκες θα αντιμετώπιζε με δυσπιστία. Η μετακύλιση της ευθύνης αποκλειστικά στον πολίτη, με την προτροπή να ερευνά μόνος του τις άδειες, τις επιστημονικές αποδείξεις και τη νομιμότητα κάθε προσφερόμενης υπηρεσίας, αφήνει ουσιαστικά τον πιο αδύναμο κρίκο της σχέσης να σηκώσει ένα βάρος που ανήκει πρωτίστως στους θεσμούς.

Η Φώφη είχε αφήσει πολιτική παρακαταθήκη, πέρα από ένα επώνυμο

Η Φώφη Γεννηματά γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει να εξαρτάται η καθημερινότητα από ιατρικές εξετάσεις, θεραπείες, αγωνιώδεις αναμονές και μια διάγνωση ικανή να ανατρέψει ολόκληρο τον σχεδιασμό της ζωής. Είχε γνωρίσει τον καρκίνο μέσα από την απώλεια των γονιών της και έπειτα μέσα από τη δική της περιπέτεια, την οποία επέλεξε να μην αποκρύψει από τη δημόσια ζωή, συμβάλλοντας σε μια ουσιαστική συζήτηση για την ασθένεια και την πρόληψη.

Η πολιτική της στάση απέναντι στην υγεία είχε συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθώς είχε προτείνει την ανασυγκρότηση του ΕΣΥ με ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, σύγχρονα δημόσια νοσοκομεία, ψηφιακό φάκελο ασθενούς, δομές για τους χρονίως πάσχοντες, καλύτερες συνθήκες για τους επαγγελματίες της υγείας και ουσιαστική πρόσβαση στην περίθαλψη για τους κατοίκους της περιφέρειας.

Η ίδια είχε μάλιστα επιμείνει σε ένα ζήτημα που παραμένει εξαιρετικά σύγχρονο, την αξιοπρέπεια του ασθενούς ως βασικό κριτήριο οργάνωσης των υπηρεσιών υγείας. Πρόκειται για μια έννοια με εξαιρετικά συγκεκριμένες απαιτήσεις, από την έγκαιρη διάγνωση και την οικονομικά προσιτή θεραπεία μέχρι την ενημερωμένη συναίνεση, τον σεβασμό στην προσωπικότητα και την προστασία από ατεκμηρίωμένες ιατρικές πρακτικές.

Πέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, το όνομά της συνδέεται πλέον και με το εθνικό πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού, μια πρωτοβουλία με ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα. Η σημασία της πρόληψης, ωστόσο, εξαντλείται γρήγορα ως πολιτικό σύνθημα όταν αποσυνδέεται από τη συνέχεια της φροντίδας, την πρόσβαση στις αναγκαίες θεραπείες και την επάρκεια των δημόσιων δομών που καλούνται να υποδεχθούν όσους χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση ή αντιμετώπιση.

Το ΕΣΥ χρειάζεται ξανά πολιτική φιλοδοξία

Η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας έχει σήμερα ανάγκη από κάτι πολύ πιο απαιτητικό από την επανάληψη των μεγάλων συνθημάτων της δεκαετίας του 1980. Χρειάζεται μια σύγχρονη πολιτική αντίληψη που θα αναγνωρίζει ότι η υγειονομική ασφάλεια εκτείνεται από το δημόσιο νοσοκομείο μέχρι το ιδιωτικό ιατρείο, από τη φαρμακευτική έρευνα μέχρι τις ψηφιακές διαφημίσεις και από την εξειδικευμένη θεραπεία μέχρι την πιο απλή προληπτική εξέταση.

Οι άνθρωποι που υπηρετούν την ιατρική με επιστημονική ευθύνη, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, έχουν κάθε λόγο να απαιτούν την απομάκρυνση των επικίνδυνων πρακτικών από τον χώρο τους, επειδή η ανοχή στην παραπλάνηση τραυματίζει πρωτίστως την εμπιστοσύνη που χρειάζεται κάθε πραγματική θεραπευτική σχέση. Αντίστοιχα, ένα κράτος που επιδιώκει να προστατεύσει τη δημόσια υγεία οφείλει να διαθέτει επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, αυστηρή εποπτεία ολόκληρου του υγειονομικού πεδίου και μηχανισμούς λογοδοσίας που λειτουργούν χωρίς να περιμένουν το επόμενο μεγάλο σκάνδαλο.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής μας βρίσκεται ίσως στο γεγονός ότι, ενώ έχουμε αναπτύξει τεχνολογίες ικανές να επεξεργάζονται τεράστιους όγκους ιατρικών δεδομένων, εξακολουθούμε να δυσκολευόμαστε να εφαρμόσουμε με συνέπεια μια στοιχειώδη πολιτική αρχή: η ανθρώπινη ζωή προηγείται του εμπορικού συμφέροντος και η προστασία της απαιτεί πραγματική κρατική ευθύνη.

Στις 25 Οκτωβρίου, λοιπόν, η μνήμη της Φώφης Γεννηματά μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικότερο περιεχόμενο από την καθιερωμένη πολιτική συγκίνηση, τις φωτογραφίες αρχείου και τις προβλέψιμες αναφορές στην προσφορά της οικογένειάς της. Ο πατέρας της συνέβαλε στην εδραίωση ενός συστήματος που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα αντιλαμβανόταν το δικαίωμα στην περίθαλψη, η ίδια διεκδίκησε την ανανέωσή του και η σημερινή πραγματικότητα απαιτεί να ξανασυζητήσουμε πόσο αποτελεσματικά προστατεύονται οι πολίτες από την αυθαιρεσία, την εγκατάλειψη και την ιατρική παραπλάνηση.

Ίσως το πιο ουσιαστικό μνημόσυνο για τη Φώφη να είναι τελικά η ανάκτηση αυτής της πολιτικής φιλοδοξίας, με την απαιτητική, αντιδημοφιλή και απολύτως αναγκαία δουλειά που συνεπάγεται η υπεράσπιση της δημόσιας υγείας.

Γιατί, σαράντα τρία χρόνια μετά τη γέννηση του ΕΣΥ, το πραγματικό σκάνδαλο θα ήταν να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι ο πολίτης χρειάζεται τύχη για να βρει προστασία, χρήματα για να εξασφαλίσει φροντίδα και μια τραγωδία με δημοσιότητα για να κινητοποιήσει το κράτος.

DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved