Ο θάνατος του κορυφαίου Ευρωπαίου σκηνοθέτη Béla Tarr και το σινεμά που δεν υπάκουσε στον χρόνο
Ο Béla Tarr, ο κορυφαίος Ευρωπαίος σκηνοθέτης που ταύτισε το όνομά του με έναν κινηματογράφο αντίστασης στον χρόνο, πέθανε σε ηλικία 70 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που δεν επιδίωξε ποτέ να γίνει εύκολο, δημοφιλές ή καθησυχαστικό. «Αυτό που θέλω είναι να πας σε έναν κινηματογράφο, να καθίσεις στο σκοτάδι, να δεις την ταινία και όταν φύγεις να αναρωτηθείς πώς είσαι. Είσαι καλύτερα; Νιώθεις πιο δυνατός; Πήρες κάτι; Ή είσαι ακριβώς ο ίδιος όπως όταν μπήκες;».
Ο Béla Tarr έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών στις 6 Ιανουαρίου 2026, και με τον θάνατό του δεν έκλεισε μόνο ένας κύκλος κινηματογραφίας αλλά μια στάση απέναντι στον χρόνο, στην αφήγηση, στην ιδέα της προόδου, σε ό,τι ονομάσαμε για δεκαετίες σύγχρονο σινεμά.
Η είδηση του θανάτου του, λόγω μακροχρόνιας ασθένειας, έγινε γνωστή μέσω του εθνικού πρακτορείου ειδήσεων MTI, κατόπιν ενημέρωσης από την οικογένειά του.
Ο Tarr δεν υπήρξε ποτέ σκηνοθέτης της εποχής του, υπήρξε σκηνοθέτης απέναντι στην εποχή του, με μια επιμονή που δεν χάιδευε θεατές, αγορές ή φεστιβαλικές προσδοκίες, και με μια συνέπεια που πλήρωσε ο ίδιος γνωρίζοντας από νωρίς το τίμημα.
Γεννημένος στις 21 Ιουλίου του 1955 στο Πετς της Ουγγαρίας, το έργο του Ούγγρου σκηνοθέτη, σεναριογράφου και παραγωγού δεν ζητούσε κατανόηση, αλλα παρουσία, χρόνο, υπομονή. Μια σωματική σχεδόν συμμετοχή σε κόσμους όπου η δράση είχε ήδη συμβεί και αυτό που έμενε ήταν η φθορά, η αναμονή, η επανάληψη, η κόπωση των σωμάτων και των τοπίων. Το σινεμά του Tarr δεν κινούνταν προς τα εμπρός αλλά απλωνόταν, σαν να έλεγε ότι η πραγματικότητα δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά βαραίνει, συσσωρεύεται, επιστρέφει. Οι μεγάλες του λήψεις δεν ήταν αισθητικό τρικ αλλά ηθική επιλογή, ένας τρόπος να αφαιρέσει από τον θεατή το άλλοθι της κατανάλωσης και να τον αφήσει μόνο με αυτό που συμβαίνει όταν τίποτα δεν επιταχύνεται για να τον σώσει.
Από το Family Nest και το κοινωνικό του ξεκίνημα, μέχρι το Damnation, το Sátántangó, το Werckmeister Harmonies και το The Turin Horse, ο Tarr οικοδόμησε ένα σινεμά που μιλούσε για ανθρώπους στο περιθώριο χωρίς να τους μετατρέπει σε σύμβολα, για κοινότητες χωρίς ελπίδα εξόδου χωρίς να τις εκβιάζει συναισθηματικά, για κόσμους όπου η καταστροφή δεν ερχόταν με θόρυβο αλλά είχε ήδη εγκατασταθεί.
Το Sátántangó, με τη σχεδόν επτάωρη διάρκειά του, δεν υπήρξε ποτέ πρόκληση προς τον θεατή αλλά δήλωση αδιαπραγμάτευτη ότι ο χρόνος της τέχνης δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τον χρόνο της αγοράς.
Η απόσυρσή του μετά το The Turin Horse το 2011 δεν είχε τίποτα το θεατρικό. Ο Tarr δήλωσε ότι τελείωσε και το εννοούσε, επειδή είχε φτάσει στο σημείο όπου μπορούσε να σταθεί με συνέπεια απέναντι σε αυτό που έκανε. Δεν συνέχισε για λόγους παρουσίας ούτε για να συντηρήσει έναν μύθο. Μετέφερε τη δουλειά του αλλού, στη διδασκαλία, στη film.factory στο Σαράγεβο, σε έργα που κινήθηκαν ανάμεσα στο σινεμά, την εγκατάσταση και την performance. Ήταν μια συνέχεια με άλλους όρους, με την ίδια εμμονή στον χρόνο, στην ευθύνη και στο βλέμμα.
Η συνεργασία του με την Ágnes Hranitzky, τον László Krasznahorkai, τον Mihály Víg, τον Fred Kelemen, την Erika Bók, δεν ήταν απλώς καλλιτεχνική αλλά συλλογική άσκηση αντοχής, ένας τρόπος να δημιουργείται έργο έξω από την ιδέα του μοναχικού ιδιοφυούς δημιουργού. Το ίδιο ίσχυε και για τη δημόσια στάση του. Αναρχικός, ανοιχτά αντίθετος στον εθνικισμό, παρών σε πολιτικές παρεμβάσεις, μιλώντας χωρίς φίλτρο για την εξουσία, την υποκρισία και τη βία που ασκείται στο όνομα της τάξης.
Το σινεμά του Tarr δεν προσέφερε λύτρωση αλλά επίγνωση. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα να αντέξει ένας θεατής σήμερα. Η επιμονή του στον χρόνο, στη σιωπή, στην επανάληψη, αποτέλεσε αντίσταση σε έναν πολιτισμό που εκπαιδεύεται να καταναλώνει εικόνες χωρίς να τις κατοικεί. Δεν είναι τυχαίο ότι επηρέασε δημιουργούς όπως ο Gus Van Sant, ούτε ότι υπήρξε για τη Susan Sontag σωτήρας του σύγχρονου κινηματογράφου. Χωρίς αμφιβολία, έδειξε ότι το σινεμά μπορεί ακόμη να είναι χώρος σκέψης και όχι απλώς αφήγησης.
Ο θάνατός του έρχεται σε μια στιγμή που το slow cinema αντιμετωπίζεται συχνά ως ύφος, ως φίλτρο, ως branding.
Το έργο του αποτελεί στάση ζωής. Ήταν πίστη στους ανθρώπους, ακόμη και όταν όλα γύρω έδειχναν πως αυτή η πίστη δεν δικαιώνεται. Ήταν η πεποίθηση ότι αν μια ταινία δεν σε αλλάζει έστω ελάχιστα, τότε δεν έχει λόγο ύπαρξης.
Ο εμβληματικός σκηνοθέτης, από τους κορυφαίους όλων των εποχών, τιμήθηκε επανειλημμένα σε φεστιβάλ και θεσμούς σε όλο τον κόσμο, με διακρίσεις που αναγνώρισαν τη συνέπεια και το βάθος ενός έργου που δεν έκανε εκπτώσεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν ζήτησε ποτέ να τον αγαπήσουν όλοι. Ζήτησε κάτι πιο δύσκολο. Να μείνεις. Να αντέξεις. Να κοιτάξεις χωρίς να περιμένεις ανταμοιβή.
Μερικά από τα εμβληματικά λόγια του Béla Tarr
Οι περισσότερες ταινίες λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: πληροφορία, κοπή, πληροφορία, κοπή. Για αυτές, η πληροφορία είναι απλώς η ιστορία. Για μένα, πληροφορία είναι ο χρόνος, ο χώρος και πολλά άλλα πράγματα που αποτελούν μέρος της ζωής μας, ακόμη κι αν δεν συνδέονται άμεσα με την αφήγηση. Έτσι δουλεύω κι εγώ με πληροφορία και κοπή, αλλά για μένα η πληροφορία δεν είναι μόνο η ιστορία.
Έχω καταλάβει εδώ και καιρό ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε εμένα και ένα έντομο, ή ανάμεσα σε ένα έντομο και ένα ποτάμι, ή ανάμεσα σε ένα ποτάμι και μια φωνή που ακούγεται από πάνω του. Δεν υπάρχει νόημα ή σημασία σε τίποτα. Υπάρχει μόνο ένα δίκτυο αλληλεξαρτήσεων κάτω από τεράστιες, μεταβαλλόμενες πιέσεις.
Ποιος νοιάζεται. Δεν είμαι προφήτης. Ήμουν απλώς ένας άσχημος, φτωχός σκηνοθέτης. Και ακόμη αυτό είμαι. Δεν έχω δύναμη. Δεν έχω τίποτα. Έχω μόνο μια γαμημένη κάμερα.
Αυτό που θέλω είναι να πας σε έναν κινηματογράφο, να καθίσεις στο σκοτάδι, να δεις την ταινία και όταν φύγεις να αναρωτηθείς πώς είσαι. Είσαι καλύτερα; Νιώθεις πιο δυνατός; Πήρες κάτι; Ή είσαι ακριβώς ο ίδιος όπως όταν μπήκες;
Αν δεν πιστεύεις στους ανθρώπους, δεν κάνεις ταινία. Κάνεις ταινία επειδή πιστεύεις ότι οι άνθρωποι θα δουν και θα συγκινηθούν. Αυτή είναι η δουλειά μας.
