Ο Federico Fellini έκανε τα ψέματά μας αριστουργήματα και προέβλεψε τους influencers από το 1960

Ανθή Μιμηγιάννη
Ο Federico Fellini έκανε τα ψέματά μας αριστουργήματα και προέβλεψε τους influencers από το 1960

Στις 31 Οκτωβρίου συμπληρώνονται 33 χρόνια από τον θάνατο του Federico Fellini. Από τη «La Dolce Vita» μέχρι το «8½», ο Ιταλός δημιουργός είχε ανατέμνει την ανθρώπινη ματαιοδοξία, τη λατρεία της εικόνας και τη γοητεία της επινοημένης πραγματικότητας, δεκαετίες πριν η αυτοσκηνοθεσία γίνει επάγγελμα και η προσωπική ζωή εμπορεύσιμο προϊόν.

Αν ο Federico Fellini ζούσε σήμερα, θα είχε στη διάθεσή του έναν ανεξάντλητο θίασο ανθρώπων που ξυπνούν το πρωί, στήνουν την κάμερα και μας εξηγούν πόσο αυθεντικά ζουν. Θα μπορούσε να παρακολουθεί γυναίκες που διαφημίζουν την αποδοχή του εαυτού τους αφού πρώτα έχουν επεξεργαστεί σχολαστικά κάθε εκατοστό της εικόνας τους, άνδρες που πουλούν επιτυχία με δόσεις και προσωπικότητες του διαδικτύου που μετατρέπουν ακόμη και την ψυχική τους κατάρρευση σε περιεχόμενο με χορηγό. Το πιθανότερο είναι πως θα τους έβρισκε συναρπαστικούς, θα τους καλούσε για δείπνο, θα άκουγε προσεκτικά τις ιστορίες τους και κατόπιν θα τους έκανε ταινία, προσθέτοντας μερικά ψέματα ακόμη, για να αποκτήσουν επιτέλους ενδιαφέρον.

Στις 31 Οκτωβρίου 1993, ο Ιταλός δημιουργός πέθανε στη Ρώμη, έχοντας προλάβει να παραδώσει στον κινηματογράφο μια από τις πιο ανελέητες και απολαυστικές μελέτες της ανθρώπινης αυταπάτης. Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, η επέτειος του θανάτου του προσφέρει μια εξαιρετική αφορμή να επιστρέψουμε στη «La Dolce Vita», την ταινία που το 1960 εξόργισε την καθωσπρέπει Ιταλία, κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες και εισήγαγε στο παγκόσμιο λεξιλόγιο τη λέξη paparazzo. Εκείνη η Ρώμη των αριστοκρατών, των κινηματογραφικών αστέρων, των κοσμικών δημοσιογράφων και των ανθρώπων που πλήττουν μέσα στην πολυτέλειά τους μοιάζει σήμερα εκπληκτικά σύγχρονη, καθώς η τεχνολογία κατάφερε να εκδημοκρατίσει ακόμη και το δικαίωμα στη ματαιοδοξία.

Η Via Veneto ήταν το πρώτο Instagram, με καλύτερο ντύσιμο

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Via Veneto αποτελούσε το αγαπημένο εντευκτήριο μιας διεθνούς κοσμικής ελίτ που είχε ανακαλύψει πως η δημόσια εμφάνιση μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την κοινωνική δραστηριότητα. Οι σταρ του Hollywood, οι αριστοκράτες, οι επίδοξοι καλλιτέχνες και οι επαγγελματίες της δημοσιότητας συνωστίζονταν στα καφέ και στα νυχτερινά κέντρα της Ρώμης, καλλιεργώντας έναν τρόπο ζωής που απαιτούσε διαρκή θεατές. Οι φωτογράφοι παραμόνευαν για μια αποκλειστική εικόνα, οι εφημερίδες αναζητούσαν το επόμενο σκάνδαλο και οι πρωταγωνιστές αυτής της μικρής κοινωνικής κωμωδίας γνώριζαν πολύ καλά πως μια επιτυχημένη εμφάνιση μπορούσε να τους εξασφαλίσει περισσότερη δημοσιότητα από ένα πραγματικό επίτευγμα.

Ο Marcello Mastroianni, στον ρόλο του δημοσιογράφου Marcello Rubini, περιφέρεται σε αυτό το περιβάλλον με την αμφίθυμη γοητεία ενός ανθρώπου που περιφρονεί τη δουλειά του και απολαμβάνει βαθύτατα τα προνόμιά της. Θέλει να γίνει συγγραφέας, να ασχοληθεί με κάτι που θεωρεί ουσιαστικό, να αποκτήσει μια ζωή αντάξια των πνευματικών του φιλοδοξιών, ωστόσο προτιμά να ξοδεύει τις νύχτες του καταγράφοντας τις ανοησίες ανθρώπων που διαθέτουν περισσότερα χρήματα από ενδιαφέρουσες σκέψεις. Δίπλα του κινείται ο φωτογράφος Paparazzo, ένας χαρακτήρας τόσο εύστοχος ώστε το όνομά του έγινε επαγγελματική ιδιότητα και στη συνέχεια ολόκληρη βιομηχανία.

Το πραγματικά διασκεδαστικό είναι πως εκείνη η κοινωνία χρειαζόταν ακόμη μεσάζοντες για να εκτεθεί. Έναν δημοσιογράφο, έναν φωτογράφο, έναν εκδότη που θα αποφάσιζε αν η προσωπική της ζωή άξιζε μερικά εκατοστά εφημερίδας. Σήμερα, η τεχνολογία έχει απαλλάξει τη ματαιοδοξία από τέτοιες ενοχλητικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, προσφέροντας στον καθένα τη δυνατότητα να αναλάβει προσωπικά την παραγωγή, τη σκηνοθεσία και τη διανομή του μύθου του. Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να γίνει ο paparazzo του εαυτού του, να επινοήσει την είδηση, να επιμεληθεί το σκάνδαλο και να παρακολουθήσει την απήχησή του, χωρίς να χρειαστεί να σηκωθεί από τον καναπέ.

Η Anita Ekberg, η Fontana di Trevi και το δικαίωμα να είσαι μια υπέροχη απάτη

Η Anita Ekberg μπαίνει στη Fontana di Trevi με το μαύρο της φόρεμα και ο κινηματογράφος αποκτά μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές του, μια εικόνα που εξακολουθεί να επιβιώνει στις συλλογικές μας αναφορές με την ίδια σχεδόν αυθάδη αυτοπεποίθηση που διαθέτει η πρωταγωνίστριά της. Η Sylvia, η σταρ που υποδύεται, κινείται μέσα στη Ρώμη σαν να της ανήκει, απολαμβάνει τη λατρεία των ανδρών και την προσοχή των φωτογράφων, ενώ γύρω της συγκροτείται ένας ολόκληρος μηχανισμός παραγωγής επιθυμίας, όπου η ομορφιά αποκτά σχεδόν θρησκευτική σημασία και η προσωπικότητα παραχωρεί τη θέση της στον μύθο.

Ο Fellini αντιλαμβανόταν εξαιρετικά καλά τη γοητεία αυτής της υπερβολής, επειδή ο ίδιος υπήρξε ένας αθεράπευτος εραστής της θεατρικότητας, των εκκεντρικών ανθρώπων και των ιστοριών που γίνονταν καλύτερες κάθε φορά που κάποιος τις διηγούνταν. Οι γυναίκες του μπορούσαν να μοιάζουν με θεότητες, οι άνδρες του με αξιολύπητους αυτοκράτορες της προσωπικής τους αποτυχίας και οι πόλεις του με απέραντα σκηνικά μιας παράστασης στην οποία όλοι διεκδικούσαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πραγματικότητα περνούσε από τη φαντασία του και επέστρεφε παραμορφωμένη, υπερβολική, συχνά πολύ πιο αποκαλυπτική από μια πιστή αναπαράστασή της.

Στη σημερινή κουλτούρα των influencers, η ίδια επιθυμία για κατασκευή ενός αξιοζήλευτου εαυτού έχει αποκτήσει συγκεκριμένη εμπορική μεθοδολογία. Η ομορφιά οργανώνεται σε περιεχόμενο, η καθημερινότητα σε αφήγηση, η προσωπική εξομολόγηση σε εργαλείο προσέγγισης του κοινού και η οικειότητα σε σχέση που μπορεί να αξιοποιηθεί από διαφημιστικές εταιρείες. Οι άνθρωποι που παρακολουθούμε μάς επιτρέπουν να πιστεύουμε πως τους γνωρίζουμε, ενώ εμείς συμμετέχουμε πρόθυμα σε αυτή την ιδιότυπη κοινωνική συμφωνία, αγοράζοντας συχνά προϊόντα μαζί με την ψευδαίσθηση ότι αποκτούμε ένα μικρό κομμάτι από τη ζωή τους.

Το «8½» και η τέχνη του να λες ψέματα στον εαυτό σου με άψογο γούστο

Το 1963, με το «8½», η κινηματογραφική του εμμονή με την επινόηση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη προσωπική ένταση. Ο Guido Anselmi, ένας σκηνοθέτης που αδυνατεί να ολοκληρώσει την επόμενη ταινία του, αναζητά καταφύγιο στις αναμνήσεις, στις ερωτικές του φαντασιώσεις και στις προσωπικές του αυταπάτες, προσπαθώντας να οργανώσει ένα χάος που έχει δημιουργήσει σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος. Οι γυναίκες της ζωής του, οι επαγγελματικές του φιλοδοξίες και οι παιδικές του αναμνήσεις ανακατεύονται σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν όπου η φαντασία αναλαμβάνει να διορθώσει όσα η πραγματικότητα αρνείται να τακτοποιήσει.

Αυτό το ιδιότυπο προσωπικό μοντάζ αποτελεί μία από τις πιο ανθρώπινες συνήθειές μας. Θυμόμαστε τις σχέσεις μας επιλέγοντας προσεκτικά τις σκηνές, επανεξετάζουμε τις αποτυχίες μας με τη γενναιοδωρία που συνήθως επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας και διηγούμαστε την ιστορία μας με έναν τρόπο που εξασφαλίζει πως ο πρωταγωνιστής θα διατηρήσει τουλάχιστον ένα μέρος της αξιοπρέπειάς του. Η μνήμη διαθέτει αξιοθαύμαστη δημιουργικότητα όταν αναλαμβάνει να προστατεύσει τον εγωισμό μας και η ανθρώπινη ταυτότητα οικοδομείται συχνά πάνω σε ιστορίες που έχουμε επαναλάβει τόσες φορές ώστε παύουμε να αμφισβητούμε την ακρίβειά τους.

Η ψηφιακή εποχή προσέφερε σε αυτή την παλιά τέχνη καινούργια εργαλεία, επιτρέποντάς μας να επεξεργαζόμαστε την εικόνα μας με την ακρίβεια ενός επαγγελματία σκηνοθέτη. Μια αποτυχημένη σχέση εξαφανίζεται από το προφίλ, μια συνηθισμένη ημέρα αποκτά κινηματογραφική αισθητική, μια περίοδος ανασφάλειας παρουσιάζεται ως προσωπική αναγέννηση και η ζωή μετατρέπεται σε μια ακολουθία επιλεγμένων στιγμών, από την οποία απουσιάζουν όσα θα μπορούσαν να χαλάσουν τη συνοχή του αφηγήματος.

Ο Guido ήθελε να καταλάβει ποιος ήταν, παρότι συχνά έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να αποφύγει την απάντηση. Σήμερα μπορούμε να παρακολουθούμε καθημερινά την ανταπόκριση του κοινού στην εκδοχή του εαυτού μας που έχουμε επιλέξει να παρουσιάσουμε, με την αποδοχή να λειτουργεί ως διαρκής επιβεβαίωση ότι το προσωπικό μας σενάριο εξακολουθεί να πείθει.

Το κοινό έχει πάντα το ακαταλόγιστο

Η πιο βολική κοινωνική συνήθεια είναι να χλευάζουμε τους ανθρώπους που επιδιώκουν τη δημοσιότητα, ενώ αφιερώνουμε σημαντικό μέρος της ημέρας μας στην παρακολούθησή τους. Καταγγέλλουμε την επιτήδευση των influencers, εξετάζουμε με σχεδόν επιστημονική επιμέλεια τις φωτογραφίες τους, αναζητούμε τις αισθητικές τους παρεμβάσεις και σχολιάζουμε τις προσωπικές τους σχέσεις, προσφέροντας τελικά ακριβώς εκείνο που συντηρεί τη βιομηχανία τους: προσοχή.

Στη «La Dolce Vita», οι κοσμικοί ήρωες εκτίθενται επειδή γνωρίζουν ότι κάποιος θέλει να τους παρακολουθήσει, οι φωτογράφοι καταγράφουν επειδή γνωρίζουν ότι κάποιος θα πληρώσει για τις εικόνες και οι δημοσιογράφοι γράφουν επειδή γνωρίζουν ότι το κοινό απολαμβάνει να πληροφορείται τις αδυναμίες ανθρώπων που κατά τα άλλα θαυμάζει. Η υποκρισία λειτουργεί συλλογικά και μάλιστα με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα, καθώς όλοι μπορούν να καταδικάζουν το θέαμα και ταυτόχρονα να επωφελούνται από τη συνέχισή του.

Ο Fellini είχε κατανοήσει αυτή τη συνενοχή και την αντιμετώπιζε με μια ιδιοφυή δόση ειρωνείας. Οι χαρακτήρες του διέθεταν ελαττώματα που δύσκολα θα περνούσαν από τον σημερινό δημόσιο έλεγχο, όμως η γοητεία τους προερχόταν συχνά από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Το ανθρώπινο μεγαλείο και η ανθρώπινη γελοιότητα μπορούσαν να συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή, στην ίδια χειρονομία, ακόμη και στο ίδιο βλέμμα.

Στο τέλος της «La Dolce Vita», ο Marcello βρίσκεται σε μια παραλία ύστερα από μία ακόμη νύχτα κοσμικής παρακμής, όταν η νεαρή Paola προσπαθεί να του μιλήσει από την άλλη πλευρά ενός μικρού θαλάσσιου περάσματος. Ο θόρυβος και η απόσταση εμποδίζουν την επικοινωνία τους, εκείνος απομακρύνεται και η ταινία τελειώνει με μια συνάντηση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αφήνοντας πίσω της όλη τη φασαρία μιας κοινωνίας που είχε μετατρέψει την ανθρώπινη παρουσία σε δημόσιο γεγονός.

Τριάντα τρία χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού της, η σκηνή αποκτά μια σχεδόν προσβλητική επικαιρότητα. Έχουμε αποκτήσει την τεχνολογία να μιλάμε ταυτόχρονα σε χιλιάδες ανθρώπους, να μεταδίδουμε τις προσωπικές μας στιγμές σε πραγματικό χρόνο και να γνωρίζουμε με μαθηματική ακρίβεια πόσοι ασχολήθηκαν μαζί μας, ενώ η ουσιαστική επικοινωνία εξακολουθεί να εξαρτάται από την παλιά, καθόλου φωτογενή ικανότητα να ενδιαφερθούμε πραγματικά για έναν άλλον άνθρωπο.

Film director Federico Fellini filming actress Anna Magnani during the movie 'Roma, Rome 1971
Italian film director Federico Fellini filming Italian actress Anna Magnani during the movie 'Roma, Rome 1971. (Photo by Archivio Cicconi/Getty Images)Hulton Archive
DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved