40 ημέρες «εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή»: Να αφήσουμε τώρα την οικογένεια του Μαζωνάκη να θρηνήσει;

Ανθή Μιμηγιάννη
40 ημέρες «εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή»: Να αφήσουμε τώρα την οικογένεια του Μαζωνάκη να θρηνήσει;

Ένας λαϊκός αντιήρωας, ένας Bowie από τη Νίκαια, η αγάπη που κάποτε απαιτεί τις πιο σκληρές αποφάσεις, οι ουσίες, οι τσαρλατάνοι που κάνουν μπίζνες πάνω στην ανθρώπινη ευαλωτότητα και η βαθιά αμορφωσιά μιας χώρας που εξακολουθεί να αποκαλεί το ψυχιατρείο «τρελάδικο». Μια οικογένεια στο εδώλιο ακόμη και για τον τρόπο που πενθεί και μια Ελλάδα που συνεχίζει να τραγουδά τον Γιώργο με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο πετάει πέτρες στους δικούς του. Γιατί σε αυτή τη χώρα ξέρουμε να αποθεώνουμε τους νεκρούς, να κατασπαράζουμε τους ζωντανούς και να παρουσιάζουμε τον δημόσιο κανιβαλισμό μας ως την ύψιστη απόδειξη αγάπης.

«Στην ταραγμένη μου ψυχή θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή», και η αλήθεια είναι πως οι στίχοι της Γιαννατσούλια σε μουσική του Σαμπάνη, δύσκολα θα μπορούσαν να περιγράψουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την πιο οδυνηρή εκκρεμότητα στην ιστορία του Μαζωνάκη. Σαράντα ημέρες μετά τον θάνατό του, η λέξη αποκτά μια σχεδόν εξοργιστική κυριολεξία, καθώς πίσω από την εκκωφαντική δημόσια λατρεία για τον «όσο ζω Μαζώ» παραμένουν οι ανοιχτοί λογαριασμοί μιας οικογένειας, το τελευταίο αντίο που δεν ειπώθηκε ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο και το ασήκωτο βάρος μιας υπογραφής που μπορεί να μπήκε με την ελπίδα να σωθεί ένας άνθρωπος, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως τεκμήριο ενοχής από όσους δεν χρειάστηκε να βρεθούν ποτέ μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα. Στην Ελλάδα, άλλωστε, ακόμη και τα σκοτάδια ενός λαϊκού ειδώλου πρέπει να περάσουν από δημόσια αξιολόγηση, να αποκτήσουν ενόχους και να γεννήσουν στρατόπεδα, προσφέροντας άφθονη τροφή σε μια βιομηχανία ηθικολογίας που εμπορεύεται τον ανθρώπινο πόνο με την ίδια ευκολία που κάποτε εμπορευόταν τα οικογενειακά μυστικά της γειτονιάς. Τα μπουγαδόνερα.

Στην παλιά του γειτονιά

Στη Νίκαια, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου, η Κλειώ, ο Μανώλης, η Βάσω και η Μαρία, βρέθηκαν στην Αγία Τριάδα για το σαρανταήμερο μνημόσυνο του δικού τους Γιώργου. Του παιδιού τους, του αδελφού τους, του ανθρώπου που γνώριζαν προτού αποκτήσει σκηνική περσόνα, τηλεοπτική εικόνα και εκατομμύρια θαυμαστές με την παράξενη βεβαιότητα ότι τον ήξεραν καλύτερα από τους δικούς του. Ακόμη και εκεί, μπροστά σε έναν τάφο, η ελληνική κοινωνία βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την ενδυμασία των συγγενών (ναι έγινε και αυτό), τις εκφράσεις τους, την απουσία ή την παρουσία δακρύων, αναζητώντας στο πένθος στοιχεία για μια δίκη που είχε ήδη αποφασίσει να διεξαγάγει.

Υπάρχει κάτι βαθιά άρρωστο σε αυτή την ανάγκη να εξετάζουμε αν μια μάνα θρηνεί αρκετά, αν ένας πατέρας στέκεται όπως πρέπει ή αν δύο αδελφές έχουν επιλέξει την κατάλληλη εμφάνιση για να αποδείξουν την αγάπη τους. Το πένθος, ευτυχώς, δεν έχει ενδυματολογικό πρωτόκολλο, ούτε η ανθρώπινη συντριβή υποχρεούται να προσφέρει φωτογενή στιγμιότυπα. Κι αν κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να διαβάσουν την ιστορία μιας οικογένειας από ένα στιγμιότυπο έξω από μια εκκλησία, ίσως το πρόβλημα να βρίσκεται περισσότερο στη δική τους σχέση με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Κάπου έλεος με την ψηφιακή εκδοχή της παλιάς κουτσομπόλας που παρακολουθούσε από το μπαλκόνι ποιος μπήκε στο σπίτι του γείτονα και ποιος δεν πήγε στην κηδεία. Άλλαξε το μέσο, απέκτησε λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα, έμαθε να γράφει δημόσια σχόλια και να αποκαλεί την περιέργειά της «άποψη». Η αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν παραχωρεί κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στην οικογένειά του. Και η δημοφιλία ενός νεκρού δεν αποτελεί άδεια να βασανίζουμε τους ζωντανούς.

Κανείς δεν θα σε κλάψει όσο η οικογένεια

Η ιστορία της εισαγγελικής παραγγελίας που είχε προηγηθεί άνοιξε ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει μια οικογένεια: τι συμβαίνει όταν πιστεύεις ότι ο άνθρωπός σου χρειάζεται βοήθεια, αλλά εκείνος ενδέχεται να αντιλαμβάνεται την παρέμβασή σου ως εχθρική πράξη; Μια ακούσια ψυχιατρική αξιολόγηση αποτελεί σοβαρή παρέμβαση στην προσωπική ελευθερία, με συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις, και δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα. Πίσω από τέτοιες διαδικασίες μπορεί να υπάρχουν φόβος, εξάντληση, αβεβαιότητα και αποφάσεις που διαλύουν τη σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους οι οποίοι μέχρι χθες μοιράζονταν την ίδια ζωή.

Είναι εύκολο να καταδικάζεις μια υπογραφή όταν δεν χρειάστηκε ποτέ να κρατήσεις εσύ τον στυλό. Όταν δεν έχεις ξαγρυπνήσει από αγωνία για έναν δικό σου άνθρωπο, όταν δεν έχεις αναρωτηθεί αν η αδράνεια μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από μια παρέμβαση, όταν δεν έχεις βρεθεί ανάμεσα στον φόβο ότι θα τον χάσεις και στον φόβο ότι θα σε μισήσει επειδή προσπάθησες να τον βοηθήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε οικογενειακή απόφαση είναι σωστή ή ότι η επίκληση της αγάπης αρκεί για να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε πράξη. Σημαίνει ότι η πραγματικότητα απαιτεί περισσότερη σοβαρότητα από ένα σχόλιο τριών γραμμών και πως κανένας τρίτος δεν γνωρίζει αυτομάτως τις προθέσεις των εμπλεκομένων.

Αν η οικογένεια του Μαζωνάκη πίστευε ότι με τις ενέργειές της προσπαθούσε να τον προστατεύσει, αυτή η πιθανότητα αξίζει να εξεταστεί χωρίς προκατασκευασμένους ενόχους. Αν υπήρξαν λάθη, αυτά επίσης αξίζει να αξιολογηθούν. Η ευκολία με την οποία μετατρέψαμε μια τόσο σύνθετη υπόθεση σε διαγωνισμό οικογενειακής αγάπης φανερώνει πόσο λίγο έχουμε μάθει να συζητάμε για την ψυχική υγεία χωρίς να αναζητούμε αμέσως έναν κακό της ιστορίας.

https://www.instagram.com/p/BsGBsp8lQi-/

Η έλλειψη παιδείας φαίνεται από το ότι λέμε το ψυχιατρείο «τρελάδικο»

Μια κοινωνία που εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη λέξη «τρελάδικο» ως εύκολο αστείο ή προσβολή δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί ότι διαθέτει ώριμη αντίληψη για την ψυχική υγεία. Στην ίδια χώρα όπου η επίσκεψη σε ψυχίατρο συχνά αντιμετωπίζεται ως οικογενειακό μυστικό, η ψυχιατρική παρέμβαση μετατρέπεται ξαφνικά σε δημόσιο θέαμα, με χιλιάδες ανθρώπους να αποφαίνονται για τη σκοπιμότητά της χωρίς να γνωρίζουν ούτε τις ιατρικές προϋποθέσεις ούτε τις πραγματικές συνθήκες.

Αυτή η αντίφαση δεν είναι αθώα. Το στίγμα αποτρέπει ανθρώπους από το να αναζητήσουν βοήθεια, φορτώνει τις οικογένειες με ενοχή και αφήνει χώρο σε κάθε λογής επιτήδειους να παρουσιάζονται ως εναλλακτικοί σωτήρες. Όσο η επιστημονική φροντίδα αντιμετωπίζεται με καχυποψία, τόσο ευκολότερα βρίσκουν ακροατήριο εκείνοι που υπόσχονται θαύματα, μυστικές θεραπείες και λύσεις χωρίς δύσκολες ερωτήσεις.

Και μέσα σε όλη αυτή τη δημόσια φασαρία ήρθαν οι αναφορές στα τοξικολογικά ευρήματα, δίνοντας νέα τροφή σε όσους θεωρούν ότι η προσωπική ζωή ενός καλλιτέχνη είναι ένα ανοιχτό εργαστήριο ηθικής αξιολόγησης. Η ανίχνευση μιας ουσίας απαιτεί επιστημονική ερμηνεία και δεν αποδεικνύει από μόνη της ούτε τις συνθήκες χρήσης ούτε την αιτία ενός θανάτου. Ακόμη κι αν ένας άνθρωπος έχει αντιμετωπίσει εξάρτηση, δεν χάνει το δικαίωμά του στον σεβασμό, στην περίθαλψη και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η εξάρτηση αποτελεί ζήτημα υγείας, όχι ευκαιρία για μεταθανάτια ηθικολογία.

goneis-mazo.jpg

Η λαμογιά στην τοποθεσία Κολωνάκι

Υπάρχει μια ολόκληρη αγορά που ανθίζει εκεί όπου η ανθρώπινη ευαλωτότητα συναντά το χρήμα, τη μοναξιά και την ανάγκη για βεβαιότητες. Οι τσαρλατάνοι αυτής της αγοράς δεν χρειάζονται πια σκονισμένα φυλαχτά και φτηνές αφίσες. Μπορούν να διαθέτουν ακριβά γραφεία, προσεγμένη δημόσια εικόνα, εντυπωσιακούς τίτλους χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα και πρόσβαση σε ανθρώπους με επιρροή. Η γεωγραφία του Κολωνακίου λειτουργεί εδώ ως σύμβολο μιας κοινωνικής βιτρίνας που συχνά συγχέει την πολυτέλεια με την αξιοπιστία.

Ο πραγματικός τους επαγγελματισμός βρίσκεται στην αναγνώριση της αδυναμίας. Ξέρουν να εντοπίζουν εκείνον που έχει απομακρυνθεί από τους δικούς του, που αισθάνεται αδικημένος, που αμφισβητεί τους πάντες και αναζητά κάποιον να του πει ότι έχει δίκιο. Του προσφέρουν μια βολική αφήγηση, στην οποία ο ίδιος είναι πάντοτε το θύμα και όλοι οι υπόλοιποι αποτελούν μέρος μιας εχθρικής συνωμοσίας. Η εξάρτηση που μπορεί να δημιουργηθεί από μια τέτοια σχέση είναι βαθιά, επειδή στηρίζεται στην ανάγκη για αποδοχή και στην υπόσχεση μιας απόλυτης, αποκλειστικής κατανόησης.

Η ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών εκμετάλλευσης είναι ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούμε να αποδώσουμε συγκεκριμένες πράξεις σε πρόσωπα που συνδέθηκαν με τον Μαζωνάκη χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία. Το φαινόμενο, όμως, αξίζει να καταγγελθεί στην πλήρη του διάσταση: μια χώρα που απαξιώνει τη δημόσια ψυχική υγεία, αντιμετωπίζει την ψυχοθεραπεία ως πολυτέλεια, ανέχεται την παραπληροφόρηση και εντυπωσιάζεται από την επίδειξη κοινωνικού κύρους δημιουργεί ιδανικές συνθήκες για τους εμπόρους της ανθρώπινης ανασφάλειας.

Η λαμογιά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης παθογένειας. Της ίδιας που θέλει την κοινωνική αναγνώριση να υποκαθιστά την επιστημονική επάρκεια, τις γνωριμίες να λειτουργούν ως πιστοποιητικό αξιοπιστίας και την οικονομική επιτυχία να εξαγνίζει κάθε αμφιλεγόμενη πρακτική. Μπορείς να πουλάς βεβαιότητες σε ανθρώπους που έχουν χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, να ντύνεις την άγνοια με λεξιλόγιο αυτογνωσίας και να παρουσιάζεις την εκμετάλλευση ως φροντίδα. Και όσο η κοινωνία εξακολουθεί να υποκλίνεται στην επιφάνεια, τόσο πιο εύκολα θα βρίσκουν χώρο όσοι έχουν μετατρέψει την ανθρώπινη δυσκολία σε επιχειρηματικό μοντέλο.

Ένας Bowie από τη Νίκαια

Η Ελλάδα αγαπά να τραγουδά την υπερβολή, να αποθεώνει την παραφορά και να ανακαλύπτει ποίηση στην αυτοκαταστροφική πλευρά του έρωτα, αλλά δυσκολεύεται συχνά να αντιμετωπίσει με κατανόηση τον άνθρωπο που ζει τις συνέπειες αυτών των υπερβολών. Ο Μαζωνάκης υπήρξε μια από τις πιο συναρπαστικές καλλιτεχνικές εκφράσεις αυτής της αντίφασης. Είχε την τόλμη της μεταμόρφωσης του David Bowie, τη θεατρικότητα του Freddie Mercury και κάτι από την αισθητική ελευθερία του Prince, μεταφρασμένα στην ελληνική λαϊκή γλώσσα, με αφετηρία τη Νίκαια και προορισμό μια σκηνή στην οποία μπορούσε να συμβεί σχεδόν οτιδήποτε.

https://www.instagram.com/p/CpIDpOdIO7V/

Είχε το θράσος να αμφισβητεί τα στερεότυπα της ανδρικής εμφάνισης, να φορά ό,τι του υπαγόρευε η προσωπική του αισθητική και να αντιμετωπίζει την εκκεντρικότητα ως αυτονόητο μέρος της ταυτότητάς του. Κι ύστερα, πίσω από τις εντυπωσιακές εμφανίσεις, ερχόταν εκείνη η βαθιά λαϊκή φωνή που έκανε ακόμη και τον πιο απλό στίχο να αποκτά το βάρος μιας προσωπικής ιστορίας. Ο Μαζωνάκης είχε καταφέρει να συνδυάσει δύο κόσμους που η ελληνική κοινωνία συχνά επιμένει να κρατά χωριστά: την απόλυτη αισθητική ελευθερία και τη λαϊκή αυθεντικότητα.

Το περίφημο «Με λένε Γιώργο» συμπύκνωνε αυτή την ιδιοσυγκρασία. Μέσα στην υπερβολή, στην περσόνα, στα κοστούμια και στη θεατρικότητα, υπήρχε πάντα μια σχεδόν προκλητική απλότητα. Ο άνθρωπος που μπορούσε να προκαλεί με την εμφάνισή του επέλεγε να συστήνεται με το μικρό του όνομα, σαν να έβγαινε ακόμη από ένα σπίτι στη Νίκαια για να συναντήσει τους φίλους του.

Τα τραγούδια επιστρέφουν, οι άνθρωποι όχι

Η μεταθανάτια άνοδος των ακροάσεων στις ψηφιακές πλατφόρμες φανέρωσε το μέγεθος της σχέσης του με το κοινό. Τα τραγούδια του επέστρεψαν δυναμικά στις λίστες, ακούστηκαν ξανά σε αυτοκίνητα, σπίτια και παρέες, συνδέθηκαν με προσωπικές ιστορίες και απέκτησαν μια διαφορετική συναισθηματική φόρτιση. Η φωνή του εξακολουθεί να συνοδεύει ανθρώπους που ερωτεύονται, χωρίζουν, θυμώνουν, συμφιλιώνονται και προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Κι εδώ βρίσκεται μια από τις σκληρότερες ειρωνείες της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να επιστρέψουν στον Γιώργο πατώντας ένα κουμπί, ενώ οι δικοί του δεν θα έχουν ποτέ ξανά αυτή τη δυνατότητα. Μια φωνή μπορεί να επαναλαμβάνεται επ' άπειρον, μια ανθρώπινη παρουσία όμως δεν επιστρέφει. Και οι τελευταίες κουβέντες που αναβλήθηκαν, οι εξηγήσεις που δεν δόθηκαν, οι συναντήσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν αποκτούν μια βαρύτητα την οποία καμία δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να ελαφρύνει.

Οι οικογενειακές σχέσεις είναι συχνά περίπλοκες, γεμάτες συγκρούσεις, προσδοκίες, απογοητεύσεις και αγάπη που δεν εκφράζεται πάντοτε με τον σωστό τρόπο. Η ιστορία του Μαζωνάκη και των δικών του ανθρώπων δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε παραμύθι με αγίους και κακούς για να μας συγκινήσει. Αρκεί η σκέψη ότι κάποιοι άνθρωποι έμειναν με πράγματα που ήθελαν να πουν και δεν πρόλαβαν.

«Κι αφού Θεός που συγχωρεί εγώ δε λέγομαι»

Είναι εντυπωσιακό πόσοι άνθρωποι επικαλούνται τη χριστιανική τους πίστη για να υπερασπιστούν την ηθική και την ίδια στιγμή αισθάνονται απολύτως άνετα να εξευτελίζουν μια οικογένεια πάνω από τον τάφο του παιδιού της. Πόσοι γνωρίζουν απέξω τους κανόνες της νηστείας, τις ημερομηνίες των εορτών και το τελετουργικό του σταυρού, αλλά δυσκολεύονται να εφαρμόσουν εκείνο που υποτίθεται ότι βρίσκεται στον πυρήνα της πίστης τους: τη συμπόνια και τη συγχώρεση.

Η Κλειώ, ο Μανώλης, η Βάσω και η Μαρία έχουν μια ολόκληρη ζωή με τον Γιώργο που δεν χωρά σε τηλεοπτικά πλάνα και δημόσια σχόλια. Έχουν αναμνήσεις από τότε που δεν υπήρχε ο Μαζωνάκης των μεγάλων επιτυχιών, οικογενειακές στιγμές που κανένας θαυμαστής δεν έζησε και προσωπικές αλήθειες που δεν οφείλουν να παραδώσουν στη δημόσια περιέργεια. Κι αν υπάρχουν πράγματα που δεν ειπώθηκαν, συγγνώμες που δεν ζητήθηκαν ή πληγές που δεν πρόλαβαν να κλείσουν, αυτές ανήκουν πρωτίστως στους ίδιους.

Μπορεί κανείς να αγαπά τον Γιώργο Μαζωνάκη, να διαφωνεί με τις αποφάσεις της οικογένειάς του και να ζητά να φωτιστούν όλα τα πραγματικά περιστατικά. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να εκθέτει τη δική του ηθική ένδεια είναι να παρουσιάζει την κακοποίηση των συγγενών του ως πράξη αφοσίωσης στη μνήμη του. Αν θέλουμε να επικαλούμαστε τη συγχώρεση, ας αρχίσουμε τουλάχιστον από την άρνηση να προσθέτουμε πόνο εκεί όπου ήδη υπάρχει αρκετός.

https://www.instagram.com/p/B9WcHzAFjwi/

Σαράντα ημέρες μετά, η εκκρεμότητα παραμένει σαν πόρτα ανοιχτή

Η αλήθεια για τις συνθήκες του θανάτου του πρέπει να αναζητηθεί με σοβαρότητα και σεβασμό. Ο Γιώργος Μαζωνάκης άφησε πίσω του μια καλλιτεχνική διαδρομή γεμάτη τόλμη, υπερβολή, ελευθερία και ακατέργαστη λαϊκή αλήθεια, αλλά και ανθρώπους που θα συνεχίσουν να ζουν με την απουσία του όταν η επικαιρότητα θα έχει προ πολλού αναζητήσει το επόμενο θέμα της.

Κάποτε ο θόρυβος θα καταλαγιάσει. Θα μείνουν οι δίσκοι, οι εμφανίσεις, οι αλλόκοτες ενδυματολογικές επιλογές, οι φράσεις του, τα τραγούδια που έγιναν προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που δεν τον γνώρισαν ποτέ. Θα μείνει και μια οικογένεια που δεν χρειάζεται την έγκριση κανενός για να θρηνήσει.

Και ίσως, αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε στη μνήμη του είναι να σταματήσουμε να λιθοβολούμε τους δικούς του πάνω από τον τάφο του. Η συγχώρεση δεν απαιτεί να γνωρίζεις όλες τις απαντήσεις, ούτε να συμφωνείς με όλες τις πράξεις. Απαιτεί να αναγνωρίζεις ότι απέναντί σου υπάρχουν άνθρωποι, με λάθη, φόβους, αγάπη και απώλειες που δεν θα χωρέσουν ποτέ στη δική σου βεβαιότητα.

https://www.instagram.com/p/CRywqptFLz6/
DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved