Τι πραγματικά σημαίνει ο «κανόνας των πέντε ραντεβού» στο dating (και η αυταπάτη του σωστού timing)
Για παράδειγμα, δεν είναι το πότε θα κάνεις σεξ που έχει σημασία, αλλά το πότε καταλαβαίνεις τι σου συμβαίνει.
Ο λεγόμενος «κανόνας των πέντε ραντεβού» κυκλοφορεί χρόνια στο dating σύμπαν σαν κάτι μεταξύ σοφίας, φόβου και κοινωνικής σύμβασης. Άλλοι τον επικαλούνται για να βάλουν φρένο στην παρόρμηση, άλλοι για να δώσουν ένα τεχνητό τέλος στην αβεβαιότητα, ενώ αρκετοί τον αντιμετωπίζουν σαν checklist που στο τέλος οδηγεί υποχρεωτικά είτε στο κρεβάτι είτε στην έξοδο κινδύνου. Το πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός. Είναι το σημείο απ’ όπου ξεκινά η σκέψη.
Ο «κανόνας» δεν γεννήθηκε για να ρυθμίσει το σεξ, αλλά για να υπενθυμίσει κάτι πολύ λιγότερο θεαματικό και πολύ πιο δύσκολο: ότι χρειάζεται χρόνος για να καταλάβεις ποιον έχεις απέναντί σου και, κυρίως, ποιος είσαι εσύ όταν βρίσκεσαι απέναντί του.
Καλά νέα: οι περισσότεροι άνδρες δεν είναι «τοξικοί», δείχνει νέα μελέτη
Just Because: Η Ιωάννα Τούνη μάς θύμισε ότι οι μικρές χειρονομίες είναι η μεγαλύτερη απόδειξη αγάπης
Όταν το σώμα προηγείται, το μυαλό καθυστερεί
Η βασική ιδέα πίσω από τα πέντε ραντεβού δεν έχει να κάνει με ηθική ή «σωστό timing», αλλά με γνωστική καθαρότητα. Το σεξ, όσο απελευθερωτικό κι αν είναι, μπερδεύει. Όχι συναισθηματικά μόνο, αλλά βιολογικά. Ορμόνες, προσδοκίες, projection και η γνωστή ανθρώπινη τάση να βλέπουμε αυτό που θέλουμε να δούμε, όχι αυτό που υπάρχει.
Στα πρώτα ραντεβού οι άνθρωποι δεν λένε ψέματα απαραίτητα, απλώς δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη. Το πρώτο ραντεβού είναι συνήθως performance. Το δεύτερο επιβεβαίωση. Το τρίτο αρχίζει να δείχνει μοτίβα, αλλά όχι πάντα αξιόπιστα. Χρειάζεται χρόνος για να φανεί πώς κάποιος αντιδρά όταν δεν προσπαθεί, όταν κουράζεται, όταν δεν κερδίζει, όταν βαριέται ή όταν δεν εντυπωσιάζει.
Τα πέντε ραντεβού λειτουργούν περισσότερο σαν φίλτρο παρατήρησης παρά σαν χρονόμετρο επιθυμίας.
Γιατί όχι περισσότερα; Γιατί όχι λιγότερα;
Αν ο στόχος ήταν η απόλυτη γνώση, θα μιλούσαμε για μήνες, όχι για ραντεβού. Αλλά το dating δεν είναι ερευνητικό πρόγραμμα. Είναι ανθρώπινη διαδικασία με περιορισμένο χρόνο, ενέργεια και συναισθηματικό κεφάλαιο. Κάπου εκεί μπαίνει το «πέντε» ως ένας συμβιβασμός ανάμεσα στην παρόρμηση και την αναβλητικότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κανόνας επιβιώνει. Όχι επειδή είναι μαγικός, αλλά επειδή λειτουργεί σαν εσωτερικό pause. Σου λέει: πριν επενδύσεις σωματικά, συναισθηματικά ή φαντασιακά, δες αν αυτό που ζεις έχει συνοχή. Αν συνεχίζει να σε ενδιαφέρει όταν αφαιρέσεις τον ενθουσιασμό. Αν σου αρέσει ο άλλος όταν δεν τον ποθείς απλώς.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πότε», αλλά «ξέρω;»
Εδώ καταρρέει κάθε dating rule. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που μέσα σε δύο ραντεβού καταλαβαίνουν πολύ καθαρά τι θέλουν και άλλοι που μετά από δέκα εξακολουθούν να μην ξέρουν τι αισθάνονται. Υπάρχουν ραντεβού-σιωπές και ραντεβού-εξομολογήσεις, υπάρχουν γνωριμίες με ιστορία και άλλες που ξεκινούν από το μηδέν, υπάρχουν άνθρωποι που αποκαλύπτονται αργά και άλλοι που λένε τα πάντα από την πρώτη ώρα.
Αυτό που μετρά δεν είναι ο αριθμός, αλλά η επίγνωση. Μπορείς να απαντήσεις βασικά ερωτήματα; Βλέπεις συνέπεια λόγων και πράξεων; Νιώθεις ότι αυτό που παρουσιάζεται τώρα θα υπάρχει και μετά τον ενθουσιασμό; Και, κυρίως, ξέρεις εσύ τι ζητάς ή απλώς αντιδράς σε αυτό που σου προσφέρεται;
Ο «κανόνας» ως memo, όχι ως εντολή
Ο κανόνας των πέντε ραντεβού δεν είναι οδηγία χρήσης σχέσεων. Είναι ένα ψυχολογικό post-it που λέει: πάρε λίγο χρόνο πριν πείσεις τον εαυτό σου για κάτι που δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Δεν σου λέει πότε να κάνεις σεξ, ούτε πότε να φύγεις. Σου λέει να μη βιαστείς να αποφασίσεις ποιον έχεις απέναντί σου όταν δεν τον έχεις δει ακόμη σε αρκετές εκδοχές του.
Αν τον αντιμετωπίσεις έτσι, έχει νόημα. Αν τον κάνεις κανόνα, χάνει κάθε αξία.
Γιατί στο τέλος, οι πιο μπερδεμένες σχέσεις δεν ξεκίνησαν νωρίς ή αργά, αλλά ξεκίνησαν χωρίς επίγνωση. Και κανένας αριθμός ραντεβού δεν σώζει κάτι που δεν ξέρεις γιατί το θέλεις.
