Το 67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης άνοιξε με «Μινώταυρο» και η βραδιά έκλεισε με «Φωτιά στο λιμάνι»
Ο Παύλος Παυλίδης, ο πολιτικός κινηματογράφος του Andrey Zvyagintsev και μια Θεσσαλονίκη που γιορτάζει τη μεγάλη οθόνη, ενώ από τους 99 κινηματογράφους των δεκαετιών του '60 και του '70 έχουν απομείνει μόλις τέσσερις.
Ο Παύλος Παυλίδης έκλεισε μουσικά την πρώτη βραδιά του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο λιμάνι της πόλης. Η Αποθήκη Γ φιλοξένησε το βράδυ της Πέμπτης 5 Νοεμβρίου ένα ηλεκτρικό live διάρκειας 90 λεπτών, με πλήρη μπάντα και τραγούδια από διαφορετικές περιόδους της διαδρομής του. Μια διαδρομή που εξακολουθεί να συνομιλεί με ανθρώπους διαφορετικών γενεών, χωρίς να χρειάζεται την ευγενική μεσολάβηση της νοσταλγίας για να δικαιολογήσει την παρουσία της στο σήμερα.
Το 67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανοίγει απόψε με τον Μινώταυρο. Τα υπόλοιπα θηρία κυκλοφορούν ελεύθερα
Κι αν η βραδιά έκλεισε με φωτιά στο λιμάνι, η επίσημη έναρξη είχε ήδη φροντίσει να βάλει στο τραπέζι ορισμένα λιγότερο βολικά ερωτήματα. Λίγες ώρες νωρίτερα, η κατάμεστη αίθουσα του Ολύμπιον υποδεχόταν τον «Μινώταυρο» (Minotaur, 2026) του Andrey Zvyagintsev, μια ταινία που απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Ο Ρώσος σκηνοθέτης επιστρέφει με ένα έργο που χρησιμοποιεί την ιστορία ενός ερωτικού τριγώνου, με αφετηρία την «Άπιστη Γυναίκα» του Claude Chabrol, για να εξετάσει έναν κόσμο όπου η προσωπική και η πολιτική διαφθορά έχουν πάψει να διατηρούν ασφαλείς αποστάσεις. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, στάθηκε στην πολιτική διάσταση της ταινίας και στον τρόπο με τον οποίο ο Zvyagintsev αναφέρεται στον πόλεμο στην Ουκρανία. Μια επιλογή έναρξης που υπενθυμίζει ότι ο κινηματογράφος εξακολουθεί να διαθέτει την ενοχλητική ικανότητα να μιλά για όσα η πολιτική εξουσία προτιμά να διαχειρίζεται με ανακοινώσεις.
Την τελετή παρουσίασαν η Τόνια Σωτηροπούλου και ο Κωστής Μαραβέγιας, με τον δεύτερο να επιστρατεύει την εικόνα της ερήμου για να περιγράψει μια ζωή χωρίς σινεμά, σε αναφορά προς την κεντρική θεματική της φετινής διοργάνωσης.
Η έρημος, βέβαια, έχει αποκτήσει μια παράξενη επικαιρότητα. Οικολογική εξάντληση, κοινωνική απομόνωση, πολιτική ανασφάλεια και άνθρωποι που αναζητούν κάποιο νόημα μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς κρίσης συνθέτουν ήδη μεγάλο μέρος της καθημερινής ειδησεογραφίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το 67ο Φεστιβάλ επιλέγει να συνομιλήσει με αυτή την πραγματικότητα, φιλοξενώντας από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 258 ταινίες και δημιουργούς που δοκιμάζουν τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης. Ανάμεσά τους ο Oliver Laxe και η Laura Mulvey, ενώ τρεις τιμητικοί Χρυσοί Αλέξανδροι θα απονεμηθούν στον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Άγγελο Παπαδημητρίου και τον Νίκο Γραμματικό.
Στη διάρκεια της τελετής, οι θεσμικοί εκπρόσωποι μίλησαν για τη σημασία του Φεστιβάλ, τη διεθνή ακτινοβολία του και την ανάγκη οικονομικής στήριξης του πολιτισμού. Ο Δημήτρης Μιχαλάκης, εκπροσωπώντας την Telekom, αναφέρθηκε στην ενδεκαετή συνεργασία του Ομίλου ΟΤΕ με τη διοργάνωση, στην παραγωγή ελληνικού οπτικοακουστικού περιεχομένου και στην επικείμενη πρεμιέρα της σειράς «Σχέδιο Οδυσσέας». Ο αναπληρωτής δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Βασίλης Γάκης, υπογράμμισε τη συμβολή του θεσμού στην πολιτιστική ταυτότητα της πόλης και αναφέρθηκε στο βραβείο καλύτερου σεναρίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, ύψους 5.000 ευρώ, στην ενότητα Meet the Neighbors+. Όλα αυτά αποτελούν ουσιαστικά κομμάτια της λειτουργίας ενός μεγάλου φεστιβάλ. Η πραγματική δοκιμασία, ωστόσο, αρχίζει όταν οι επίσημες δεσμεύσεις συναντούν όσα συμβαίνουν έξω από τις αίθουσες των τελετών.
Και εκεί ακριβώς ήρθε η πιο ενδιαφέρουσα παρέμβαση της βραδιάς. Ο αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Γιουτίκας, επέλεξε να μιλήσει για τους ιστορικούς κινηματογράφους που κλείνουν, αλλάζουν χρήση ή εξαφανίζονται από τον αστικό χάρτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, από τους 99 ιδιωτικούς, ανεξάρτητους και θερινούς κινηματογράφους που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, έχουν απομείνει μόλις τέσσερις. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι ξεκινά επαφές με τα αρμόδια υπουργεία και τους εμπλεκόμενους φορείς, με στόχο τη διάσωση των ιστορικών κινηματογράφων της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας. Πρόκειται για την εξαγγελία μιας πρωτοβουλίας που μένει να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο, θεσμικές δεσμεύσεις και αποτελέσματα. Διότι η προστασία του πολιτισμού δεν μπορεί να εξαντλείται στην απονομή βραβείων, όταν οι χώροι στους οποίους καλλιεργήθηκε η σχέση μιας πόλης μαζί του αντιμετωπίζονται ως ακίνητα προς αξιοποίηση.
Η αντίφαση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η Θεσσαλονίκη διαθέτει έναν κινηματογραφικό θεσμό με διεθνές κύρος, προσελκύει δημιουργούς, δημοσιογράφους και θεατές από διαφορετικές χώρες, οργανώνει αφιερώματα, προβολές και συζητήσεις για το μέλλον της έβδομης τέχνης, ενώ ταυτόχρονα αναγκάζεται να συζητά πώς θα περισώσει το παρελθόν της. Οι παλιοί κινηματογράφοι δεν αποτελούσαν μόνο χώρους προβολής αλλά διαμόρφωσαν τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές γενιές έμαθαν να βλέπουν, να συζητούν και να διαφωνούν πάνω στην ίδια ταινία.
Η εξαφάνισή τους αφορά την πολιτιστική φυσιογνωμία μιας πόλης που κινδυνεύει να καταλήξει με εξαιρετικό φεστιβαλικό πρόγραμμα και ολοένα λιγότερους χώρους για να διατηρήσει ζωντανή την κινηματογραφική της κουλτούρα τον υπόλοιπο χρόνο.
Η φετινή διοργάνωση θα ολοκληρωθεί στις 15 Νοεμβρίου με την «Άγνωστη γυναίκα» (Woman Unknown) της May el-Toukhy, η οποία τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Ως τότε, η Θεσσαλονίκη θα φιλοξενήσει εκατοντάδες ιστορίες, δημιουργούς που αμφισβητούν τις βεβαιότητές μας και θεατές που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μια σκοτεινή αίθουσα μπορεί να φωτίσει κάτι από τον κόσμο έξω από αυτήν. Η πρώτη βραδιά έδωσε ήδη αρκετή τροφή για σκέψη, από τον πολιτικό «Μινώταυρο» μέχρι την ηλεκτρική παρουσία του Παύλου Παυλίδη στο λιμάνι.

