Πώς να κρυφτείς απ’ τον Σαββόπουλο; Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, «έτσι κι αλλιώς τα ξέρει όλα»
Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου, η Ελλάδα εξακολουθεί να αναμετριέται με έναν δημιουργό που έγραψε τις αντιφάσεις της προτού προλάβει η ίδια να τις παραδεχτεί. Από την αμφισβήτηση της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις πολιτικές του μετατοπίσεις, ο Νιόνιος υπήρξε ο πιο ενοχλητικός συνομιλητής μιας χώρας που αγαπά την ελευθερία των καλλιτεχνών της υπό τον όρο να συμφωνούν μαζί της.
Αν ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν γκράφιτι, θα ήταν το «Περιβόλι του Τρελού» ή το «Μη μιλάς άλλο για αγάπη», γραμμένο με μεγάλα γράμματα πάνω σε έναν τοίχο που κάποιος θα έσπευδε να βάψει την επόμενη μέρα, επειδή η Ελλάδα έχει μια σχεδόν κωμική δυσανεξία απέναντι σε οτιδήποτε της χαλάει την αισθητική της κανονικότητας. Θα ήταν εκείνο το σύνθημα που διαβάζεις βιαστικά πηγαίνοντας στη δουλειά και σε πιάνει από τον γιακά τρεις δρόμους παρακάτω, όταν συνειδητοποιείς ότι κάποιος έχει περιγράψει με ενοχλητική ακρίβεια όσα εσύ προσπερνάς καθημερινά. Ένας χρόνος συμπληρώνεται σήμερα 21 Οκτωβρίου από τον θάνατό του και το ελληνικό παράδοξο παραμένει ακέραιο, καθώς εξακολουθούμε να διαπραγματευόμαστε την πολιτική του ταυτότητα με μεγαλύτερη ευκολία απ' όση αντέχουμε να εξετάσουμε τη δική μας.
Ο Νιόνιος υπήρξε μια από τις πιο περίπλοκες περιπτώσεις δημιουργού που γνώρισε η μεταπολεμική Ελλάδα, επειδή κατάφερε να χωρέσει στην ίδια καλλιτεχνική διαδρομή τον ηλεκτρισμό του ροκ, τη λαϊκή αφήγηση, τη βαλκανική παράδοση, τον πολιτικό σαρκασμό, τη μεταφυσική αγωνία και την ακατανίκητη ελληνική συνήθεια να αντιμετωπίζουμε κάθε δημόσιο πρόσωπο σαν να μας χρωστάει προσωπική συνέπεια. Από το «Φορτηγό» και το «Περιβόλι του Τρελού» μέχρι το «Βρώμικο Ψωμί», τα «Τραπεζάκια Έξω» και τον «Χρονοποιό», ο Σαββόπουλος παρακολουθούσε τη χώρα να μεταμορφώνεται, να ενηλικιώνεται άτσαλα, να μεθά με τις βεβαιότητές της και να ξυπνά με πονοκέφαλο από τις ίδιες της τις υποσχέσεις.
Αν αποσυνθέσεις τη μουσική σού απομένουν ένας Μάνος, ένας Μίκης, ένας Νιόνιος: 100 χρόνια Χατζιδάκις
Η Ελλάδα ήθελε τον επαναστάτη της με εγγύηση σταθερότητας
Η σχέση του με την Αριστερά, τη Μεταπολίτευση και τις μεταγενέστερες πολιτικές του επιλογές υπήρξε πεδίο πραγματικών αντιπαραθέσεων, αρκετές από τις οποίες είχαν σοβαρό ιδεολογικό περιεχόμενο και δεν εξαντλούνται σε μια εύκολη καταγγελία της μισαλλοδοξίας. Ο Σαββόπουλος άλλαξε, προκάλεσε, απογοήτευσε ανθρώπους που είχαν αναγνωρίσει στα τραγούδια του κομμάτια της δικής τους πολιτικής ενηλικίωσης, διατύπωσε θέσεις που άξιζαν κριτική και υπερασπίστηκε επιλογές που δεν ήταν υποχρεωμένος κανείς να χειροκροτήσει.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι η σχεδόν ιδιοκτησιακή σχέση που αναπτύσσουμε με τους καλλιτέχνες όταν τους έχουμε χρησιμοποιήσει ως σημεία αναφοράς της προσωπικής μας ιστορίας. Τους ζητάμε να παραμείνουν ακριβώς εκεί όπου τους πρωτοσυναντήσαμε, στην ηλικία που τους αγαπήσαμε, στην πολιτική θέση που μας βόλευε, με τις ίδιες βεβαιότητες που εμείς θεωρούμε αδιαπραγμάτευτες. Κάπως έτσι, η καλλιτεχνική δημιουργία καταλήγει να αξιολογείται σαν συμβόλαιο ιδεολογικής πίστης και κάθε μετατόπιση αντιμετωπίζεται περίπου ως παραβίαση όρων χρήσης.
Η ειρωνεία είναι απολαυστική. Μια κοινωνία που τραγούδησε την αμφισβήτηση απαιτούσε από τον άνθρωπο που της την έμαθε να σταματήσει να αμφισβητεί μόλις η διαδικασία έγινε προσωπικά ενοχλητική.
Κι εδώ χρειάζεται μια απαραίτητη διάκριση, γιατί η ελευθερία του δημιουργού δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη των δημόσιων θέσεών του. Η κριτική είναι μέρος της δημοκρατικής συνομιλίας που το ίδιο του το έργο υπηρέτησε. Η απαίτηση, όμως, να ακυρωθεί αναδρομικά μια ολόκληρη καλλιτεχνική διαδρομή επειδή ο δημιουργός της δεν παρέμεινε πολιτικά αναγνωρίσιμος σε όλους, αποκαλύπτει μια πολύ πιο ανησυχητική δυσκολία μας να συνυπάρχουμε με την πολυπλοκότητα.
Το Περιβόλι του Τρελού έχει ακόμη την ίδια διεύθυνση
Ο Σαββόπουλος είχε συλλάβει κάτι βαθύτερο από την πολιτική επικαιρότητα της εποχής του. Είχε καταλάβει ότι η ελληνική ταυτότητα είναι μια ατελείωτη διαπραγμάτευση ανάμεσα στη συλλογική μας ανάγκη για γιορτή και στην ατομική μας ροπή προς τη μικρότητα, ανάμεσα στον λαϊκό πολιτισμό που γεννά ευφυΐα και στην κοινωνική υποκρισία που επιχειρεί να την πειθαρχήσει. Οι ήρωές του, οι παλιάτσοι, οι περιπλανώμενοι, οι τρελοί και οι άνθρωποι που επιμένουν να ονειρεύονται, κουβαλούν την ιστορία μιας χώρας που διεκδικεί διαρκώς μια θέση στον σύγχρονο κόσμο χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με τις αντιφάσεις της.
Αυτή η Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει, μόνο που έχει αποκτήσει καλύτερη σύνδεση στο διαδίκτυο, περισσότερους τρόπους δημόσιας αυτοέκθεσης και μια εντυπωσιακή ταχύτητα στην παραγωγή βεβαιοτήτων. Η πολιτική συζήτηση συχνά θυμίζει διαγωνισμό ηθικής ανωτερότητας, η δημόσια διαφωνία αντιμετωπίζεται ως προσωπική προσβολή και η πολιτισμική μνήμη ανασύρεται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος χρειάζεται κάθε φορά έναν νεκρό δημιουργό για να ενισχύσει το επιχείρημά του.
Αν κάτι παραμένει αβάσταχτα σύγχρονο στον Σαββόπουλο, είναι αυτή η ικανότητα να καταγράφει τη συλλογική μας γελοιότητα χωρίς να χάνει την τρυφερότητά του για τους ανθρώπους που την παράγουν. Να αντιμετωπίζει το ελληνικό παράλογο ως υλικό τέχνης, να βρίσκει ποίηση εκεί όπου η σοβαροφάνεια βλέπει μόνο αταξία και να συνδέει τη λαϊκότητα με μια πνευματική τόλμη που σπανίζει ακόμη και στους αυτοανακηρυγμένους εκπροσώπους της προόδου.
Μη μιλάς άλλο για αγάπη, αν δεν αντέχεις να ακούσεις
Έναν χρόνο μετά, ο πιο εύκολος τρόπος να τιμήσουμε τον Σαββόπουλο θα ήταν να επιλέξουμε μερικούς αγαπημένους στίχους, να τους ντύσουμε με συγκίνηση και να προσθέσουμε άλλη μία επετειακή κορνίζα στο ήδη ασφυκτικά γεμάτο ελληνικό εικονοστάσι των μεγάλων δημιουργών. Θα ήταν επίσης ο πιο ασφαλής τρόπος να αποφύγουμε όσα έκανε το έργο του επικίνδυνα ενδιαφέρον.
Ο Νιόνιος άφησε πίσω του μια γλώσσα που μπορεί ακόμη να μας εκθέσει, να μας διαψεύσει, να μας αναγκάσει να αναθεωρήσουμε. Η μουσική του έχει τη σπάνια ικανότητα να χωρά ανθρώπους που διαφωνούν μεταξύ τους, χωρίς να απαιτεί προηγουμένως να λύσουν τις πολιτικές τους διαφορές. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματά του και ίσως το πιο δύσκολο να υπερασπιστούμε σε μια δημόσια ζωή που αντιμετωπίζει όλο και συχνότερα τη διαφωνία ως λόγο διαγραφής του άλλου.
Πέρσι, την επομένη του θανάτου του, έγραφα ότι ο Σαββόπουλος πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία, ακριβώς επειδή η πολυπλοκότητα του έργου του αποτελεί μάθημα σκέψης για τις επόμενες γενιές. Έναν χρόνο αργότερα, η θέση παραμένει ίδια, με μια προσθήκη. Ίσως πρέπει πρώτα να τον ξαναδιαβάσουμε εμείς, οι ενήλικοι που έχουμε εκπαιδευτεί τόσο καλά στην υπεράσπιση των απόψεών μας ώστε συχνά ξεχνάμε να τις εξετάζουμε.
Πώς να κρυφτείς απ΄τα παιδιά; Οι στίχοι του Νιόνιου (και γιατί ο Σαββόπουλος πρέπει να διδάσκεται)
Ο Νιόνιος έφυγε στις 21 Οκτωβρίου 2025, αφήνοντας πίσω του μια χώρα που συνεχίζει να διαφωνεί για το ποιος υπήρξε και ποιος δικαιούται να τον αγαπά. Το πιο σαββοπουλικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι οι διαφωνίες μας αποτελούν ήδη μέρος του έργου του, επειδή μας είχε περιγράψει με τα ελαττώματα, τις μεγαλοστομίες, τις ευαισθησίες και τις πολιτικές μας μεταμφιέσεις πολύ πριν αποκτήσουμε τη δυνατότητα να τις εκθέτουμε καθημερινά σε δημόσια θέα.
Πώς να κρυφτείς απ' τον Σαββόπουλο, λοιπόν, όταν το Περιβόλι του Τρελού εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά, οι παλιάτσοι διεκδικούν σοβαρότητα και η αγάπη παραμένει η πιο πολυχρησιμοποιημένη λέξη μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται τόσο πολύ να ακούσει;
Έτσι κι αλλιώς, τα ξέρει όλα...

