Από το Muriel’s Wedding στο Hereditary: Η Toni Collette έχει πεθάνει χίλιες φορές μπροστά μας

Ανθή Μιμηγιάννη
Από το Muriel’s Wedding στο Hereditary: Η Toni Collette έχει πεθάνει χίλιες φορές μπροστά μας

Γεννημένη σαν σήμερα, 1η Νοεμβρίου 1972, η Toni Collette συμπληρώνει 54 χρόνια ζωής και περισσότερες από τρεις δεκαετίες κινηματογραφικών μεταμορφώσεων. Από τη Muriel που πίστευε πως ένα νυφικό θα την έκανε επιτέλους αποδεκτή μέχρι την Annie του «Hereditary» που ξεστόμισε όσα απαγορεύεται να σκέφτεται μια μητέρα, η Αυστραλή ηθοποιός έχει χαρίσει πρόσωπο στις πιο άβολες εκδοχές της γυναικείας ύπαρξης.

Το 1994, η Muriel Heslop είχε ένα όνειρο μάλλον ταπεινωτικό για μια γυναίκα που διεκδικούσε την αυτοδιάθεσή της: να παντρευτεί. Οποιονδήποτε, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, αρκεί να φορούσε νυφικό και να μπορούσε επιτέλους να παρουσιάσει τον εαυτό της ως επιτυχημένο κοινωνικό προϊόν. Ήταν άχαρη, αδέξια, έλεγε ψέματα με αξιοθαύμαστη ευκολία και διέθετε εκείνη την απελπισμένη επιθυμία για αποδοχή που κάνει τους ανθρώπους ικανούς να γελοιοποιηθούν με την πλήρη πεποίθηση πως επιτέλους αποκτούν αξιοπρέπεια. Η Toni Collette, μόλις 22 ετών τότε, μπήκε στον κινηματογράφο υποδυόμενη μια γυναίκα που προσπαθούσε να γίνει κάποια άλλη, εγκαινιάζοντας μια καριέρα κατά την οποία θα αναλάμβανε επανειλημμένα το δύσκολο καθήκον να καταστρέφει την εικόνα που οι χαρακτήρες της είχαν χτίσει για τον εαυτό τους.

Γεννημένη σαν σήμερα, 1η Νοεμβρίου 1972, στο Sydney, η Αυστραλή ηθοποιός, που έχει δοκιμάσει τις δυνάμεις της και στη μουσική ως τραγουδίστρια των Toni Collette & the Finish, κλείνει τα 54 έχοντας συγκεντρώσει μια φιλμογραφία που θα μπορούσε να διαβαστεί ως ιδιότυπη ιστορία της γυναικείας αποτυχίας. Οι γυναίκες της χάνουν παιδιά, συντρόφους, την ψυχραιμία τους, την κοινωνική τους θέση, ακόμη και την αίσθηση του ποια είναι, με μια συχνότητα που θα έκανε οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία να αρνηθεί την κάλυψή τους. Σε αυτή τη διαδρομή, οι προσωπικές καταστροφές σπανίως συνοδεύονται από την παρηγοριά μιας εύκολης λύτρωσης, καθώς οι χαρακτήρες της συχνά αναγκάζονται να αναγνωρίσουν τη δική τους συμμετοχή στη δυστυχία τους, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει προηγουμένως τη συμπάθεια του θεατή.

https://www.instagram.com/p/DRzwlSyAsb1/

Η Muriel και η χυδαιότητα της κοινωνικής αποδοχής

Το «Muriel’s Wedding» του P. J. Hogan παραμένει μια από τις πιο δηλητηριώδεις κωμωδίες για την κοινωνική θέση της γυναίκας, ακριβώς επειδή παίρνει στα σοβαρά μια επιθυμία που ο θεατής έχει κάθε λόγο να θεωρήσει γελοία. Η Muriel πιστεύει πως ο γάμος θα διορθώσει όσα η οικογένεια, οι φίλες και το περιβάλλον της έχουν χαρακτηρίσει ελαττωματικά πάνω της, από την εμφάνιση μέχρι την προσωπικότητά της. Το νυφικό γίνεται το πιο ακριβό πιστοποιητικό κοινωνικής νομιμοποίησης, ένα λευκό ύφασμα ικανό να μετατρέψει μια γυναίκα που όλοι περιφρονούν σε κάποια που επιτέλους αξίζει να φωτογραφηθεί.

Η πραγματική σκληρότητα της ιστορίας βρίσκεται στην προθυμία της ηρωίδας να συμμετάσχει στην ίδια της την υποτίμηση, να αποδεχτεί δηλαδή την κρίση των άλλων και να οργανώσει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από την προσπάθεια να τους διαψεύσει. Η νεαρή πρωταγωνίστρια καταφέρνει να κάνει αυτή τη συμπεριφορά βαθιά αναγνωρίσιμη, επειδή αρνείται να προσφέρει στο κοινό μια χαριτωμένη εκδοχή της κοινωνικής αμηχανίας. Η Muriel είναι συχνά ανυπόφορη, εγωκεντρική και άδικη απέναντι σε ανθρώπους που την αγαπούν, κουβαλώντας μαζί με την ανασφάλειά της και τη μικρότητα που γεννά η χρόνια ταπείνωση.

Τριάντα δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία της, η ταινία εξακολουθεί να συνομιλεί με μια κοινωνία που απαιτεί ορατές αποδείξεις προσωπικής επιτυχίας. Οι παλιές φωτογραφίες γάμου έχουν αποκτήσει ψηφιακούς απογόνους, οι προσωπικές σχέσεις παρουσιάζονται ως επιτεύγματα και η γυναικεία αυτοεκτίμηση συνεχίζει να διαπραγματεύεται με μια αγορά που υπόσχεται διαρκώς να τη βελτιώσει. Η Muriel θα μπορούσε σήμερα να ξοδεύει τις οικονομίες της σε αισθητικές παρεμβάσεις και σε προγράμματα προσωπικής ανάπτυξης, αναζητώντας την ίδια πολυπόθητη επιβεβαίωση σε διαφορετική συσκευασία.

Η μητρότητα ως τόπος εγκλήματος

Πέντε χρόνια μετά το «Muriel’s Wedding», στο «The Sixth Sense» του 1999, η Lynn Sear προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει στον μικρό γιο της, ενώ η καθημερινότητά της έχει ήδη εξαντληθεί από τις οικονομικές δυσκολίες και την αγωνία μιας μητέρας που αισθάνεται πως αποτυγχάνει να προστατεύσει το παιδί της. Η περίφημη σκηνή μέσα στο αυτοκίνητο, όπου ο Cole της αποκαλύπτει κάτι που αλλάζει ριζικά την κατανόησή της για τον κόσμο, αποκτά τεράστια συγκινησιακή ένταση μέσα από μια ερμηνεία που αφήνει την αμηχανία, τον φόβο και την αγάπη να συνυπάρξουν στο ίδιο πρόσωπο.

Το 2018, σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το «Hereditary» του Ari Aster θα οδηγούσε αυτή τη μητρική αγωνία σε μια περιοχή όπου η κοινωνική ευπρέπεια παύει να έχει οποιαδήποτε χρησιμότητα. Η Annie Graham βιώνει μια οικογενειακή τραγωδία και αρχίζει να διαλύεται κάτω από το βάρος ενός πένθους που συνοδεύεται από ενοχή, θυμό και συναισθήματα τόσο σκοτεινά ώστε δύσκολα χωρούν στη συμβατική αφήγηση της μητρικής αγάπης. Η ταινία διαθέτει υπερφυσικό τρόμο, αποκρυφιστικά στοιχεία και μια ατμόσφαιρα διαρκούς απειλής, όμως η πιο βίαιη σκηνή της μπορεί να θεωρηθεί εκείνη ενός οικογενειακού δείπνου, όπου μια μητέρα ξεστομίζει όσα κανένα παιδί δεν θα ήθελε να ακούσει.

Η σκηνή αυτή είναι τόσο δυσάρεστη επειδή παραβιάζει μια από τις πιο ανθεκτικές κοινωνικές συμβάσεις: την απαίτηση η μητρική αγάπη να παραμένει ηθικά άψογη ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες. Η Annie θυμώνει με τον γιο της, του αποδίδει ευθύνες, ξεσπά με μια βιαιότητα που ξεπερνά τα όρια της συμπάθειας και επιτρέπει στον θεατή να δει τη μητρότητα απογυμνωμένη από τον εξωραϊσμό που συνήθως τη συνοδεύει. Το πρόσωπο, η φωνή και ολόκληρο το σώμα της ηθοποιού συμμετέχουν σε μια ερμηνεία που έχει ελάχιστο ενδιαφέρον να διατηρήσει τη γοητεία της πρωταγωνίστριας.

Η κοινωνία διαθέτει ένα εξαιρετικά περιορισμένο λεξιλόγιο για τις μητέρες που αισθάνονται οργή, αποστροφή ή αμφιθυμία, αντιμετωπίζοντας συχνά τέτοια συναισθήματα ως προσωπική αποτυχία ή ηθικό ελάττωμα. Η Annie ξεστομίζει όσα συνήθως αποσιωπώνται, αναγκάζοντας το κοινό να παρακολουθήσει μια γυναίκα που έχει χάσει κάθε δυνατότητα να παρουσιάσει μια αποδεκτή εκδοχή του εαυτού της.

Πόσες προσωπικότητες χρειάζεται μια γυναίκα για να γίνει αποδεκτή;

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο κινηματογραφικές μητέρες, η τηλεοπτική σειρά «United States of Tara», που προβλήθηκε από το 2009 έως το 2011, της έδωσε έναν από τους πιο απαιτητικούς ρόλους της καριέρας της. Η Tara Gregson ζει με διασχιστική διαταραχή ταυτότητας και η καθημερινότητά της περιλαμβάνει διαφορετικές ταυτότητες, καθεμία με ιδιαίτερη συμπεριφορά, τρόπο ομιλίας και σχέση με το περιβάλλον της. Η ερμηνεία της χάρισε Emmy και Χρυσή Σφαίρα, αναδεικνύοντας την ικανότητά της να μεταβάλλει την παρουσία της χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικές αλλαγές.

Η σειρά έφερε στο προσκήνιο ερωτήματα για τον έλεγχο, την ταυτότητα και τις προσδοκίες των άλλων, με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική κατάσταση της ηρωίδας να απαιτεί φυσικά τη δική της ξεχωριστή ανάγνωση. Η δραματουργία της, πάντως, επιτρέπει να παρατηρήσουμε πόσο συχνά η κοινωνική ζωή προϋποθέτει τη διαχείριση διαφορετικών εκδοχών του εαυτού μας και πόσο δύσκολη γίνεται η συνύπαρξή τους όταν οι απαιτήσεις των άλλων συγκρούονται με τις προσωπικές μας ανάγκες.

Από την Tara μέχρι την Annie, οι ρόλοι της συγκεντρώνονται συχνά γύρω από ανθρώπους που χάνουν τον έλεγχο της δημόσιας προσωπικότητάς τους. Οι γυναίκες αυτές γίνονται απρόβλεπτες, αντιφατικές και ενίοτε εξαιρετικά δυσάρεστες, καθώς τα συναισθήματά τους ξεπερνούν τα όρια της συμπεριφοράς που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτή.

Η βιομηχανία αγαπά τις γυναίκες που υποφέρουν με καλό φωτισμό

Η απουσία της από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ για το «Hereditary» το 2019 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς η ερμηνεία της είχε αναγνωριστεί από μεγάλο μέρος της κριτικής ως μία από τις κορυφαίες της προηγούμενης χρονιάς. Το περιστατικό επανέφερε τη συζήτηση για την αντιμετώπιση του κινηματογραφικού τρόμου από την Ακαδημία, η οποία έχει ιστορικά επιδείξει περιορισμένη διάθεση να επιβραβεύσει ερμηνείες του είδους, ακόμη κι όταν αυτές απαιτούν εξαιρετική συναισθηματική και σωματική ένταση.

https://www.instagram.com/p/DQer4p0EQQk/

Η περίπτωση της Collette αποκαλύπτει μια ευρύτερη αντίφαση. Το Hollywood έχει καλλιεργήσει επί δεκαετίες την εικόνα της γυναίκας που υποφέρει με τρόπο αισθητικά αποδεκτό, διατηρώντας ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές μια κινηματογραφική γοητεία που επιτρέπει στον θεατή να συγκινηθεί χωρίς να αισθανθεί ιδιαίτερη δυσφορία. Οι χαρακτήρες της Αυστραλής ηθοποιού συχνά παραβιάζουν αυτή τη συμφωνία, αφήνοντας τον πόνο να γίνει άσχημος, τον θυμό να αποκτήσει δυσάρεστη ένταση και την ανθρώπινη αδυναμία να παρουσιαστεί χωρίς την προστασία μιας κολακευτικής αισθητικής.

Οι απαιτήσεις που συνοδεύουν τη δημόσια εικόνα των γυναικών παραμένουν εξαντλητικές, με την ομορφιά, την αυτοπεποίθηση, την επιτυχία και την ψυχική ανθεκτικότητα να παρουσιάζονται συχνά ως υποχρεωτικά χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Στην οθόνη, η Collette έχει υποδυθεί γυναίκες που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις και πληρώνουν συχνά ακριβά την απόκλισή τους από την κοινωνική κανονικότητα.

Στα 54 της χρόνια, η φιλμογραφία της ηθοποιού που έχει πεθάνει χίλιες φορές μπροστά μας, περιλαμβάνει μια αξιοσημείωτη συλλογή από προσωπικές ήττες, συναισθηματικές εκρήξεις και ανθρώπινες μεταμορφώσεις. Από τη Muriel που πίστευε πως ένα νυφικό θα της εξασφάλιζε αξιοπρέπεια μέχρι την Annie που χάνει κάθε δυνατότητα να ελέγξει την οργή και τον πόνο της, οι χαρακτήρες της επιστρέφουν διαρκώς σε ένα δυσάρεστο ερώτημα: πόσο μεγάλο μέρος της ζωής μας ξοδεύουμε προσπαθώντας να γίνουμε οι άνθρωποι που οι άλλοι θα μπορούσαν ευκολότερα να αγαπήσουν;

DPG Network
© 2012-2026 Queen.gr - All rights reserved