Το My People της Άννας Ρεζάν με οσκαρική συμπαραγωγή & ευθύνη μνήμης: «Το έργο μίλησε πριν από μένα»

Ανθή Μιμηγιάννη
Το My People της Άννας Ρεζάν με οσκαρική συμπαραγωγή & ευθύνη μνήμης: «Το έργο μίλησε πριν από μένα»

Η ηθοποιός και σκηνοθέτης Άννα Ρεζάν μιλά για το My People, το ντοκιμαντέρ οσκαρικής συμπαραγωγής που ολοκληρώθηκε έπειτα από μια εννιαετή διαδρομή και κυκλοφορεί στις 22 Ιανουαρίου από την The Film Group. Στη συνέντευξή της μιλά για τη μνήμη ως πράξη ευθύνης, για την ιστορία όταν απογυμνώνεται από ρητορεία, για το έργο που αρνήθηκε την ευκολία της ορατότητας και επέλεξε το βάρος της συνείδησης, και για τον θεατή που δεν καταναλώνει απαντήσεις, αλλά καλείται να σταθεί απέναντι στον άνθρωπο και στον χρόνο.

Έχοντας κινηθεί σε περιβάλλοντα υψηλής συμβολικής βαρύτητας, η στιγμή που συνειδητοποίησε πως η ουσιαστική επιρροή δεν ταυτίζεται με την ορατότητα ήρθε ως εσωτερική μετατόπιση και όχι ως επαγγελματικό ορόσημο. Ένα βιογραφικό με σπουδές σε Αθήνα και Νέα Υόρκη, διεθνείς συνεργασίες και κινηματογραφική έκθεση δεν λειτούργησε για την Άννα Ρεζάν ως αφήγημα επιτυχίας, αλλά ως αρχείο διαδρομών. Από αυτή τη συνειδητή απομάκρυνση από τη λογική της στιγμιαίας απήχησης γεννήθηκε το My People, ένα ντοκιμαντέρ που ωρίμασε επί σχεδόν εννέα χρόνια και δεν φτιάχτηκε για να καταλάβει χώρο, αλλά για να αναλάβει βάρος. Να αρθρώσει μνήμη χωρίς ρητορεία, να διαχειριστεί τον πόνο χωρίς συναισθηματικό εκβιασμό, να σταθεί απέναντι στην ιστορία χωρίς να την εργαλειοποιήσει. Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται μια θέση σχεδόν ασκητική στην απλότητά της: ότι η αγάπη γεννά αγάπη και παραμένει η μόνη δύναμη με πραγματικό μετασχηματιστικό αποτύπωμα.

Το ψυχογράφημά της αποτυπώνει μια δημιουργό που αρνείται να αναπαράγει έννοιες τη στιγμή που αυτές έχουν φθαρεί από κατάχρηση, αντιμετωπίζει την κριτική μόνο όσο υπηρετεί τη σκέψη και δεν εξαγνίζει ούτε την προδοσία ούτε την αυτοκαταστροφή. Οι «Δικοί Μου Άνθρωποι», συμπαραγωγή της Άννας Ρεζάν με τους βραβευμένους με Όσκαρ Mitchell Block και Kim Magnusson, έχουν ήδη διακριθεί σε σημαντικά διεθνή φεστιβάλ και φτάνουν στις κινηματογραφικές αίθουσες της χώρας μας στις 22 Ιανουαρίου από την The Film Group.

Q & A με την Άννα Ρεζάν με αφορμή το My People

Η Άννα

Δεσποινίς Ρεζάν, πέντε διαφορετικές ιδιότητες, δύο ήπειροι, πολλαπλές γλώσσες, συνεχείς μετακινήσεις: αν σήμερα έπρεπε να συστηθείτε χωρίς διακρίσεις, ποια είστε εντός ή εκτός Ελλάδος;

Θα έλεγα ότι είμαι ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται βαθιά για τη χαρά και την ψυχική ισορροπία. Με απασχολεί το πώς οι άνθρωποι μπορούν να ζουν πιο συνειδητά, είτε μέσα από την ψυχοθεραπεία είτε από άλλες, πιο βιωματικές ή ενεργειακές προσεγγίσεις, αρκεί να υπάρχει σοβαρότητα και ευθύνη. Από πάντα ήθελα να κάνω τους άλλους να γελούν, όχι ως διαφυγή αλλά ως τρόπο σύνδεσης. Μετά το My People ετοιμάζω και ένα νέο project που κινείται προς την κωμωδία, ως μια διαφορετική δημιουργική στροφή, χωρίς να αναιρεί τη βαθύτερη ανάγκη μου να αφηγούμαι ιστορίες με ουσία.

Είμαι ανυπόμονη και παραμένω απαιτητική με τον εαυτό μου. Υπήρξα και εξακολουθώ, σε έναν βαθμό, να είμαι εργασιομανής, όμως πλέον το αναγνωρίζω και προσπαθώ να το διαχειρίζομαι συνειδητά. Κατάλαβα ότι η ισορροπία δεν περιορίζει τη δημιουργία, αλλά τη στηρίζει, και ότι η διαρκής υπερένταση δεν εγγυάται καλύτερα αποτελέσματα.

Θέλω να βλέπω τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι η χαρά είναι εφικτή. Η ιδέα ότι η ζωή οφείλει να είναι διαρκώς δύσκολη μού φαίνεται περισσότερο μια κοινωνική αφήγηση παρά μια αναπόφευκτη αλήθεια.

Με συγγένεια με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, έναν ποιητή της διαρκούς αναχώρησης και της αναζήτησης Ιθάκης, νιώθετε ότι έχετε φτάσει κάπου ή ότι εξακολουθείτε να μετακινείστε για να μη σταθείτε κάπου συγκεκριμένα προκειμένου να προσεγγίσετε έτσι το νόημα της Ιθάκης;

Υπήρξαν σαφώς τάσεις φυγής, κυρίως στα πρώτα χρόνια. Με τον χρόνο κατάλαβα ότι το σημείο αναφοράς δεν είναι ο τόπος αλλά η εσωτερική σταθερότητα. Όταν αυτό ξεκαθαρίζει, οι μετακινήσεις παύουν να λειτουργούν ως ανάγκη διαφυγής και γίνονται επιλογή εμπειρίας.

Η επιθυμία να πάω στην Αμερική δεν είχε να κάνει με φυγή. Υπήρχε από παιδί, ως ανάγκη επαφής με τον κόσμο που με ενδιέφερε δημιουργικά. Εκεί γνώρισα ανθρώπους που θαύμαζα, όπως τον Garry Marshall, και αυτό είχε καθοριστική σημασία. Όσο αυτή η εσωτερική συμφιλίωση προχωρούσε, έπαψα να αισθάνομαι ότι πρέπει να φεύγω για να υπάρχω. Κατάλαβα ότι το «σπίτι» δεν είναι γεωγραφικό, αλλά εσωτερικό.

Έχοντας δει πολλές ταινίες και διαβάσει πολλά έργα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποια που κάθε φορά που επιστρέφετε σε αυτά αποκτούν για εσάς μια διαφορετική ανάγνωση; Το Pretty Woman του Marshall που αναφέρατε είναι μια τέτοια ταινία;

Ναι, το Pretty Woman είναι μια ταινία που κάθε φορά αποκαλύπτει διαφορετικά επίπεδα. Πέρα από την προφανή ιστορία, μιλά για τις σχέσεις επιρροής και για τον ρόλο που παίζουν οι άνθρωποι γύρω μας στη διαμόρφωση του εαυτού μας. Ένας φίλος που λειτουργεί υποστηρικτικά ή υπονομευτικά, αλλά και φαινομενικά δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως ο διευθυντής του ξενοδοχείου ή ο υπάλληλος στο ασανσέρ. Αυτές οι μικρές, απροσδόκητες παρουσίες είναι που τελικά βοηθούν τους χαρακτήρες να δουν τον εαυτό τους αλλιώς και να στηρίξουν ο ένας τον άλλον.

Τι θεωρείτε πραγματική επιτυχία και τι απλώς αντοχή;

Πραγματική επιτυχία είναι να είσαι καλά με τον εαυτό σου, να έχεις ηρεμία, να μπορείς να γελάς και να συνεχίζεις να κάνεις αυτό που αγαπάς χωρίς να χάνεσαι μέσα του. Η αντοχή, αντίθετα, είναι συχνά το στάδιο πριν από αυτό, τα δύσκολα περάσματα που σε δοκιμάζουν. Θυμάμαι μια περίοδο στην Αμερική που δούλευα ως βοηθός σε μια παραγωγή και έπλενα πιάτα. Ένας σκηνοθέτης μου είπε τότε πως όλοι οι σταρ έχουν πλύνει πιάτα. Το κράτησα, όχι ως παρηγοριά, αλλά ως υπενθύμιση ότι η διαδρομή προηγείται πάντα της αναγνώρισης.

Ξεκινήσατε ως παιδί θαύμα. Συνεχίσατε ως ηθοποιός, μοντέλο, μουσικός, σκηνοθέτης. Πότε καταλάβατε ότι η πολυπραγματοσύνη μπορεί να εκληφθεί όχι πάντα ως ελευθερία αλλά και ως απειλή;

Η συνειδητοποίηση ήρθε νωρίς, σε μια φάση όπου έγιναν πράγματα που για πολλούς θεωρούνταν «εκτός πλαισίου». Μετά τη συμμετοχή μου στην La commedia του Roberto Benigni, αντιλήφθηκα ότι η πολυπραγματοσύνη δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως ελευθερία. Συχνά εκλαμβάνεται ως πρόκληση ή απειλή, όχι επειδή κάνεις πολλά, αλλά επειδή κάνεις πράγματα που κάποιοι θεωρούν ότι «δεν επιτρέπονται».

Η αντίδραση που συνάντησα δεν είχε να κάνει με φιλοδοξία ή επίδειξη, αλλά με το γεγονός ότι κινούμουν έξω από τις προσδοκίες. Για μένα, όμως, οι επιλογές αυτές δεν έγιναν για να αποδείξω κάτι. Ήταν αποτέλεσμα προσωπικής ανάγκης και ενδιαφέροντος, όχι στρατηγική επιβεβαίωσης.

https://www.instagram.com/p/DNnkmiPsvb0/

Υπάρχει ένα σημείο στη διαδρομή σας όπου συνειδητοποιήσατε ότι το να ανήκετε κάπου σημαίνει ότι δεν ανήκετε πουθενά;

Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να ανήκω σε στρατόπεδα. Δεν με εκφράζει η λογική του «Παναθηναϊκός vs Ολυμπιακός», ούτε στην κοινωνία ούτε στην πολιτική. Έχω φίλους και συνομιλητές από διαφορετικούς χώρους και αυτό το θεωρώ πλούτο, όχι ασάφεια θέσης.

Αυτό φάνηκε και στην προβολή της ταινίας στο Μέγαρο, όπου βρέθηκαν άνθρωποι από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, πέρα από τον καλλιτεχνικό χώρο. Με προβληματίζει βαθιά όταν βλέπω ανθρώπους να οδηγούνται στα άκρα και να αδυνατούν να ακούσουν μια διαφορετική άποψη. Η ανάγκη για μέτρο και διάλογο μού φαίνεται σήμερα πιο ουσιαστική από ποτέ, όπως άλλωστε υπενθυμίζει και το «μέτρον ἄριστον».

Με ποια γυναίκα σκηνοθέτη θα θέλατε να πάτε για καφέ και τι θα την ρωτούσατε;

Με τη Nancy Meyers, για να τη ρωτήσω γιατί κάνει ρομαντικές κομεντί. Εκτιμώ το γέλιο και την αλχημεία που κρύβει πίσω της, ακόμα και σε δύσκολες στιγμές.

Σε δύσκολες στιγμές σε τούτο τον κόσμο, που ζητά από τις γυναίκες να είναι είτε «συνεπείς» είτε «βολικές», πώς διαχειρίζεστε το δικαίωμα να αλλάζετε κατεύθυνση χωρίς απολογία;

Αν και η ερώτηση έχει να κάνει με τη γυναικεία εμπειρία, αυτό που με απασχολεί ολοένα και περισσότερο είναι το πόσο δύσκολο έχει γίνει να είσαι άντρας σήμερα. Για παράδειγμα, παρακολουθώντας την τανία Barbie, είδα ξεκάθαρα όλες τις αντικρουόμενες απαιτήσεις που φορτώνονται στις γυναίκες και που πράγματι είναι εξαντλητικές. Εκεί, όμως, συνειδητοποίησα ότι ένα αντίστοιχο βάρος κουβαλούν και οι άντρες, με διαφορετικό τρόπο.

Η κοινωνία τούς ζητά να είναι διαρκώς δυνατοί, να μην εκφράζουν φόβο ή ευαλωτότητα, να σηκώνουν τα πάντα χωρίς ρωγμές. Δεν τους επιτρέπεται εύκολα να έχουν συναισθήματα ή να παραδεχτούν αδυναμία. Αυτός ο ρόλος είναι βαθιά περιοριστικός και συχνά επώδυνος. Θα με ενδιέφερε πολύ να δουλέψω κάποια στιγμή πάνω σε ένα project που να φωτίζει αυτή την πλευρά, όχι αντιπαραθετικά προς τις γυναίκες, αλλά ως μέρος του ίδιου συστήματος πιέσεων που μας αφορά όλους.

Έχετε συνεργαστεί με προσωπικότητες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Roberto Benigni, ενώ έχετε εμφανιστεί σε διεθνή projects όπως Great Kills και City Rush. Ποια συνεργασία σάς καθόρισε περισσότερο;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία συνεργασία που με καθόρισε ουσιαστικά, αυτή θα ήταν με τον Amos Poe στη Νέα Υόρκη, μία από τις κεντρικές μορφές του κινήματος No Wave. Ο τρόπος που αντιμετώπιζε το σινεμά, όχι ως αφήγηση αλλά ως στάση ζωής, υπήρξε καθοριστικός για μένα. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη ματιά του εμπνεύστηκε και ο Jim Jarmusch.

Ιδιαίτερα σημαντική, παρότι δεν εξελίχθηκε σε συνεργασία, υπήρξε και η γνωριμία μου με τον Garry Marshall. Τον ένιωσα σαν έναν δεύτερο πατέρα. Μου χάρισε το βιβλίο του με μια προσωπική αφιέρωση, μια χειρονομία εμπιστοσύνης που για μένα λειτούργησε καταλυτικά. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν συνδέονται μαζί σου μέσα από έργα, αλλά μέσα από τον τρόπο που σε βλέπουν και σε αντιμετωπίζουν, και αυτό συχνά αποδεικνύεται εξίσου καθοριστικό.

Στον διεθνή χώρο, ο ανταγωνισμός είναι συχνά απρόσωπος. Στον ελληνικό, συχνά προσωπικός. Ποιον θεωρείτε πιο διαβρωτικό;

Στην Ελλάδα ο ανταγωνισμός είναι συχνά πιο δύσκολος, ακριβώς επειδή γίνεται προσωπικός. Στον διεθνή χώρο οι συνθήκες είναι αντικειμενικά απαιτητικές, ξεκινάς μόνος, χωρίς δίκτυο, χωρίς ασφάλεια, χωρίς λεφτά, αλλά οι σχέσεις λειτουργούν πιο καθαρά και επαγγελματικά.

Στην Ελλάδα, όμως, όταν βρεις τη σωστή ομάδα και ανθρώπους με κοινές αξίες, αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα απελευθερωτικό. Ωστόσο, μέχρι να συμβεί αυτό, η διαδρομή εδώ μπορεί να είναι συχνά πιο σύνθετη και λιγότερο ξεκάθαρη σε σχέση με το εξωτερικό.

Υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκατε ότι έπρεπε να αποδείξετε διπλά την αξία σας επειδή δεν χωρούσατε σε μία μόνο κατηγορία;

Πολλές φορές. Όχι τόσο επειδή κινούμουν σε περισσότερα από ένα πεδία, αλλά επειδή δεν ταίριαζα εύκολα σε προκαθορισμένες προσδοκίες. Όταν ανακοίνωσα ότι θα σκηνοθετήσω ένα έργο που αφορά το Ολοκαύτωμα και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώριζα ότι θα υπάρξει καχυποψία.

Αυτό που αποδείχθηκε καθοριστικό ήταν ότι το ίδιο το έργο μίλησε πριν από μένα. Οι παραγωγοί, οι οποίοι είχαν ήδη διακριθεί με Όσκαρ, είδαν πως το project είχε ξεκινήσει σοβαρά και με συνέπεια και μου πρότειναν να συνεργαστούμε. Δεν ήταν κάτι που περίμενα, αλλά επιβεβαίωσε ότι, τελικά, η δουλειά είναι αυτή που απαντά πιο καθαρά από οποιαδήποτε εξήγηση.

Υπήρξαν στιγμές όπου το γεγονός ότι έπρεπε να δουλέψετε διπλά και τριπλά σάς έφθειρε, σάς εξάντλησε, αντί να σας εξελίξει; Και πότε καταλάβατε ότι η αντοχή δεν ταυτίζεται πάντα με την πρόοδο;

Ναι, υπήρξαν. Η υπερπροσπάθεια δεν οδηγεί πάντα σε εξέλιξη. Συχνά οδηγεί σε μια κόπωση που δεν έχει πραγματικό νόημα. Υπάρχουν στιγμές που δουλεύεις υπερβολικά, φθείρεσαι ψυχικά και φτάνεις να αμφιβάλλεις αν αξίζει να συνεχίσεις. Αυτή η εμπειρία δεν είναι ατομική, είναι συλλογική.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί άνθρωποι έχουν δουλέψει πολύ, συχνά χωρίς το αντίστοιχο αντίκρισμα. Ιδιαίτερα οι millennials είναι μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις και έμαθε να αμφισβητεί όχι μόνο τις προοπτικές της, αλλά και τις ίδιες της τις δυνατότητες. Βλέπω γύρω μου ανθρώπους ικανούς, κουρασμένους όχι από τεμπελιά, αλλά από διαρκή ανασφάλεια.

Θυμάμαι, όμως, κάτι που με έχει σημαδέψει: ότι ο μόνος τρόπος για να πάει ένας άνθρωπος μπροστά είναι να αισθάνεται ότι μπορεί. Ακόμα και στα πιο σκοτεινά χρόνια ενός παγκόσμιου πολέμου, υπήρξαν φωνές που επέμειναν πως, ό,τι κι αν συμβαίνει, μπορεί να ξεπεραστεί και ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες. Αυτή η πίστη έδινε στον κόσμο τη δύναμη να συνεχίσει.

Σήμερα, μέσα στη διαρκή καταστροφολογία, θεωρώ κρίσιμο να ξαναβρούμε αυτή την αίσθηση ευθύνης και δυνατότητας στο παρόν.

https://www.instagram.com/p/DPM-B_TiBZJ/

Ως γυναίκα δημιουργός, ποια ήταν η πρώτη στιγμή που καταλάβατε ότι δεν αξιολογείστε με τα ίδια κριτήρια που αξιολογείται το έργο σας;

Η αίσθηση υπήρχε από νωρίς. Περισσότερη προκατάληψη, περισσότερη αμφιβολία και συχνά μεγαλύτερη επιτήρηση απ’ ό,τι στο ίδιο το έργο. Δεν ήταν πάντα ρητό, αλλά ήταν παρόν.

Αυτό που με συγκίνησε ιδιαίτερα, όμως, ήταν ότι στην πράξη διαψεύστηκε. Οι συνεργάτες μου στην ταινία, στην πλειονότητά τους άντρες, στάθηκαν δίπλα μου με ουσιαστικό τρόπο. Η στήριξή τους δεν λειτούργησε ως εξαίρεση, αλλά ως απόδειξη ότι όταν το έργο προηγείται των προκαταλήψεων, μπορούν να ανατραπούν στερεότυπα και να υπάρξει πραγματική συνεργασία.

Υπήρξατε υποψήφια στο πολιτικό στίβο. Πότε καταλάβατε ότι η πολιτική δεν είναι χώρος ιδεών, αλλά διαχείρισης εικόνας;

Η εμπειρία αυτή μού ξεκαθάρισε γρήγορα ότι η πολιτική, στην πράξη, λειτουργεί πολύ περισσότερο ως πεδίο εικόνας παρά ιδεών. Υποστήριξα μια γυναίκα όχι λόγω φύλου, αλλά επειδή έβλεπα συγκεκριμένες πράξεις και παρεμβάσεις που στόχευαν στη βελτίωση της καθημερινότητας.

Εκεί συνειδητοποίησα πόσο κρίσιμο είναι να μετακινηθούμε από τις δηλώσεις στις πράξεις. Δεν είσαι αυτό που λες ότι εκπροσωπείς, αλλά αυτό που κάνεις στην πράξη. Και θεωρώ ότι ήρθε η στιγμή αυτή η λογική να γίνει αυτονόητη και στον δημόσιο διάλογο στη χώρα μας.

Με αυτή την εμπειρία, τι ανακαλύψατε για τον εαυτό σας;

Αυτό που κατάλαβα είναι ότι η παρουσία και η στάση ενός ανθρώπου μπορούν να λειτουργήσουν γεφυρωτικά, πέρα από κομματικές ταυτότητες. Το γεγονός ότι με προσέγγισαν άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους και ότι κάποιοι επέλεξαν να με στηρίξουν, ήταν για μένα ιδιαίτερα συγκινητικό.

Με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι, τελικά, αυτό που φτάνει στους άλλους δεν είναι η ταμπέλα, αλλά η εικόνα συνέπειας και ειλικρίνειας που εκπέμπεις. Και αυτό ήταν ένα μάθημα που ξεπερνά την πολιτική εμπειρία και αφορά γενικότερα το πώς στεκόμαστε δημόσια.

Τι νομίζετε ότι σας εξέθεσε περισσότερο, η καλλιτεχνική σας έκφραση ή η πολιτική σας συμμετοχή;

Δεν θα έλεγα ότι μπορώ να τα διαχωρίσω εύκολα. Η έκθεση είναι μέρος της καλλιτεχνικής διαδικασίας και πολλοί δημιουργοί δυσκολεύονται με αυτήν. Αυτό που κράτησα, όμως, δεν ήταν η δυσφορία της έκθεσης, αλλά η ανταπόκριση.

Ποιες συζητήσεις δεν θέλετε να παρακολουθείτε;

Δεν με ενδιαφέρουν συζητήσεις που εγκλωβίζονται στη βαρύτητα ή στην κινδυνολογία, ούτε λόγος που είναι αυτοαναφορικός και ανακυκλώνει προβλήματα χωρίς να αναζητά καμία προοπτική λύσης. Θεωρώ ότι ο διάλογος έχει αξία μόνο όταν ανοίγει χώρο σκέψης και εξέλιξης, όχι όταν επιβεβαιώνει τη στασιμότητα.

Έχετε μιλήσει ανοιχτά για τις κακοποιητικές εμπειρίες που βιώσατε κι εσείς στον επαγγελματικό σας χώρο. Ποιο εμπόδιο θεωρείτε πιο ύπουλο σήμερα; Την ωμή βία ή την κανονικοποιημένη ανοχή της;

Το πιο ύπουλο εμπόδιο είναι η κανονικοποίηση. Όταν μια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται, όταν η πίεση ή η κακοποίηση παρουσιάζονται ως κάτι «αναμενόμενο», παύεις σταδιακά να αντιδράς. Γίνεται μέρος της καθημερινότητας και αυτό είναι βαθιά απονευρωτικό.

Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει περάσει πολλά και έχει συνηθίσει να αντέχει. Αυτή η αντοχή, όμως, συχνά μετατρέπεται σε μούδιασμα. Η έξοδος από αυτό δεν είναι εύκολη ούτε στιγμιαία, απαιτεί συνειδητοποίηση, προσωπική δουλειά και την απόφαση να μην αποδέχεσαι ως φυσιολογικό κάτι που σε φθείρει. Μόνο έτσι μπορεί να σπάσει ένας φαύλος κύκλος που αλλιώς διαιωνίζεται σιωπηλά.

Πού πιστεύετε ότι εστιάζει λάθος η δημόσια συζήτηση όταν ένας άνθρωπος μιλά για κακοποιητικές εμπειρίες;

Η δημόσια συζήτηση συχνά εστιάζει στην εικόνα του ανθρώπου που έχει πληγεί και λιγότερο στη διαδρομή του ανθρώπου που στάθηκε ξανά όρθιος. Το τραύμα παρουσιάζεται εύκολα ως ταυτότητα και όχι ως εμπειρία που μπορεί να ξεπεραστεί.

Αυτό που θα έπρεπε να αναδεικνύεται περισσότερο είναι ακριβώς η δυνατότητα υπέρβασης. Το να ακούς κάποιον να μιλά για το πώς προχώρησε, όχι για να ακυρώσει όσα έζησε, αλλά για να μη μείνει εγκλωβισμένος σε αυτά.

Πώς μεταφράζετε το γεγονός ότι τόσοι άνθρωποι αναγνώρισαν στα λόγια σας κάτι που τους αφορά προσωπικά;

Τα μηνύματα που έλαβα, ιδιαίτερα από γυναίκες, ήταν συγκλονιστικά. Πολλές αναγνώρισαν κομμάτια της δικής τους εμπειρίας και ένιωσαν ότι δεν είναι μόνες. Το ίδιο ισχύει και για τους άντρες, οι οποίοι συχνά δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να μιλήσουν για αντίστοιχες εμπειρίες, είτε πρόκειται για λεκτική είτε για σεξουαλική παρενόχληση.

Η σιωπή, λοιπόν, δεν προστατεύει κανέναν. Αυτό που έχει αξία είναι να μπορούμε να μιλάμε πιο ανοιχτά, όχι για να αναπαράγουμε τον πόνο, αλλά για να δημιουργούμε χώρο κατανόησης και δύναμης.

Το My People

https://www.instagram.com/p/DP4zG-7iG86/

Το My People ξεκινά ως μια οικογενειακή αναζήτηση και καταλήγει σε ένα πολιτικό τεκμήριο. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι δεν αφηγείστε απλώς μια ιστορία, αλλά αναλαμβάνετε μια ευθύνη μνήμης;

Το γνώριζα από την αρχή. Η οικογενειακή ιστορία λειτούργησε περισσότερο ως σκηνοθετική αφετηρία παρά ως αυτοσκοπός. Από πολύ νωρίς με απασχολούσε η ανάγκη να φωτιστεί ο ρόλος της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και να ειπωθεί καθαρά ότι ο εβραϊκός πληθυσμός της χώρας αποτελούνταν από απλούς ανθρώπους, καθημερινούς, που διώχθηκαν και υπέφεραν άδικα.

Ήθελα επίσης να αναδειχθεί η συμβολή ανθρώπων με αριστερές πεποιθήσεις, που σε συνθήκες ακραίου κινδύνου έδρασαν με γενναιότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα πιο συγκινητικά σχόλια που διάβασα ήταν πως «η Άννα πήγε τον Άρη Βελουχιώτη στο Hollywood». Παράλληλα, υπήρχαν στιγμές όπου η Χριστιανική Εκκλησία λειτούργησε σύμφωνα με τον πυρήνα της αποστολής της: άνθρωπος βοήθησε άνθρωπο. Αυτό το μήνυμα, πέρα από ιδεολογίες και ταυτότητες, θεωρώ ότι παραμένει σήμερα πιο αναγκαίο από ποτέ.

Τι θα ρωτούσατε σήμερα τον Άρη Βελουχιώτη;

Πού βρήκε τόση αγάπη για τον άνθρωπο.

Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν είδατε την ταινία; Υπάρχει κάτι που θα κάνατε διαφορετικά;

Επειδή ζω και εργάζομαι και στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αυτονόητο για μένα να βλέπω ένα έργο σε όλα τα στάδιά του, μέσα από δοκιμαστικές προβολές και διαφορετικά βλέμματα. Το My People το είδα πολλές φορές, μαζί με ανθρώπους που μπορούσαν να το διαβάσουν κριτικά, ακόμη και με επαγγελματίες του κινηματογράφου.

Αυτή η διαδικασία με βοήθησε να καταλάβω τι λειτουργεί, τι δεν γίνεται άμεσα κατανοητό και πού η αφήγηση κουράζει. Δεν θα έλεγα ότι θα άλλαζα κάτι. Αυτή η διαδρομή ήταν καθοριστική για να προχωρήσω με μεγαλύτερη σαφήνεια και σιγουριά.

Η ταινία φωτίζει τον ρόλο της Αντίστασης, της Εκκλησίας και των θεσμών. Φοβηθήκατε ποτέ ότι η πολυπλοκότητα της ιστορίας μπορεί να παρεξηγηθεί;

Σε έναν βαθμό, οτιδήποτε σύνθετο κινδυνεύει να παρεξηγηθεί. Είναι εύκολο να σχολιάζεις αποσπασματικά και με θυμό, ειδικά από απόσταση. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να καθορίζει τη δουλειά σου.

Πιστεύω ότι όταν οι προθέσεις είναι καθαρές και η έρευνα ουσιαστική, η πολυπλοκότητα δεν αποδυναμώνει το έργο, το βαθαίνει. Και αυτό, αργά ή γρήγορα, αναγνωρίζεται, ακόμη κι αν δεν γίνεται άμεσα αποδεκτό από όλους.

Ποιο σχόλιο που ακούσατε γύρω από το ντοκιμαντέρ σάς σημάδεψε περισσότερο, είτε θετικά είτε αρνητικά, ύστερα από τόσα χρόνια αφοσίωσης;

Ένα από τα πιο δυνατά σχόλια ήταν από ανθρώπους που έρχονταν συγκινημένοι και μας έλεγαν ότι ένιωσαν εθνική υπερηφάνεια. Το ίδιο συναίσθημα βιώσαμε κι εμείς, δουλεύοντας πάνω σε αυτή την ιστορία και ανακαλύπτοντας ξανά όσα έχουν συμβεί.

Από την άλλη, στη Νέα Υόρκη κάποιος μου είπε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν αντισημίτης. Αυτό με συγκλόνισε, γιατί δεν ισχύει. Συνεργάστηκα μαζί του, τον γνώρισα, και το 2016 κάναμε γυρίσματα μαζί. Ο Μίκης έγραψε την Καντάτα του Μαουτχάουζεν, ένα από τα σημαντικότερα έργα παγκοσμίως για τη μνήμη του Ολοκαυτώματος.

Στο ντοκιμαντέρ υπάρχει και μια δική του φράση που θεωρώ κομβική: «Στο Άουσβιτς δεν πέθαναν μόνο οι Εβραίοι. Πέθανε η ανθρωπιά». Για μένα, αυτή η φράση συνοψίζει τον λόγο που αυτή η ιστορία έπρεπε να ειπωθεί.

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο: η συναισθηματική εμπλοκή ή η ηθική ακρίβεια;

Η ηθική ακρίβεια απαιτεί γνώση και συνεργασία με ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη μελέτη της Ιστορίας. Σε αυτό το επίπεδο, για εμάς ήταν καθοριστικό το όνομα του Γιώργου Πηλιχού, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει από τις σημαντικότερες έρευνες διεθνώς για το Άουσβιτς. Χωρίς αυτή τη μελέτη, δεν θα υπήρχε η απαραίτητη ασφάλεια στην αφήγηση.

Σε συναισθηματικό επίπεδο, όμως, η διαδικασία ήταν βαθιά απαιτητική. Η επαφή με ανθρώπους που έχουν βιώσει τον πόλεμο είναι συγκλονιστική. Συχνά μιλάμε αφηρημένα για εκείνη την περίοδο, χωρίς να συνειδητοποιούμε τι σημαίνει να χάνεις ανθρώπους δίπλα σου, να ζεις μέσα στον φόβο, να κουβαλάς τραύματα για μια ολόκληρη ζωή. Ίσως έχουμε εξοικειωθεί υπερβολικά με την έννοια του πολέμου και ξεχνάμε πόσο σκληρός υπήρξε στην πραγματικότητα. Αυτό ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι να αντέξεις.

Πέρα από τη συναισθηματική και την ηθική πρόκληση, ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που χρειάστηκε να ξεπεράσετε για να ολοκληρωθεί το ντοκιμαντέρ; Και πότε αισθανθήκατε ότι το έργο άρχισε να εμπνέει πραγματική εμπιστοσύνη;

Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η απουσία οικονομικής στήριξης στα πρώτα στάδια. Για μεγάλο διάστημα το ντοκιμαντέρ προχώρησε χωρίς εξασφαλισμένους πόρους, μέχρι τη στιγμή που οι John και Jason Filippidis, η Ελένη Πυργιώτη, στήριξαν ουσιαστικά αυτή την προσπάθεια. Αυτό αποτέλεσε σημείο καμπής.

Στην αρχή, η εμπιστοσύνη αφορούσε κυρίως το ίδιο το έργο. Στην πορεία, όμως, η συμβολή του Victor Restis αποδείχθηκε καθοριστική, γιατί τότε η πίστη μετατοπίστηκε και σε μένα ως δημιουργό. Η δουλειά, ο χρόνος και η επιμονή δεν με φόβισαν ποτέ, ήταν δεδομένα. Αν αναζητούσα μια γρήγορη διαδρομή προς την αναγνωρισιμότητα, θα είχα επιλέξει κάτι πολύ διαφορετικό. Αυτό το ντοκιμαντέρ δεν έγινε για ευκολία, αλλά από ανάγκη.

Πώς βιώσατε τη συνεργασία με βραβευμένους με Όσκαρ παραγωγούς σε ένα θέμα τόσο βαθιά ελληνικό;

Με αληθινό ενθουσιασμό και γενναιοδωρία. Αυτό που εισέπραξα ήταν αγάπη, εμπιστοσύνη και ουσιαστική στήριξη, στοιχεία σπάνια και βαθιά ενθαρρυντικά. Για παράδειγμα, ο Michael Patrick King, με περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες παρουσίας στην Ακαδημία, στάθηκε με απρόσμενη ανοιχτότητα και πίστη στο ντοκιμαντέρ.

Το ίδιο ίσχυσε και για ανθρώπους με τεράστια εμπειρία στον κινηματογράφο, που έχουν συμμετάσχει σε δεκάδες παραγωγές και αντιμετώπισαν την ιστορία αυτή με σεβασμό και ουσιαστικό ενδιαφέρον. Όταν κοιτάζω πίσω, το αντιλαμβάνομαι ως μια σπάνια σύμπτωση συνθηκών και ανθρώπων, έναν συγχρονισμό που επέτρεψε σε αυτή την ιστορία να ειπωθεί όπως έπρεπε.

https://www.instagram.com/p/DPOxfYODe1x/

Γνώριζαν ήδη τη διαδρομή σας και την προσπάθεια που είχατε κάνει για να χτίσετε τη δουλειά σας;

Ναι. Γνώριζαν την πορεία μου και το γεγονός ότι είχα πάει στην Αμερική χωρίς καμία ασφάλεια ή δεδομένο. Εκτίμησαν αυτή τη διαδρομή και, κυρίως, το ότι είχα επιλέξει ένα τόσο απαιτητικό θέμα, κάτι που από μόνο του έδειχνε σοβαρότητα πρόθεσης.

Όταν εντάχθηκαν στο ντοκιμαντέρ, είχαν ήδη δει ένα πρώτο δείγμα που είχα δημιουργήσει μαζί με τον Ζαφείρη Χαϊτίδη. Η εμπλοκή τους ξεκίνησε το 2018 με 2019, όμως η δουλειά είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Αυτό έκανε τη συνεργασία να βασιστεί σε εμπιστοσύνη που είχε ήδη κερδηθεί, όχι σε υποσχέσεις.

Ποιοι άνθρωποι έχουν πραγματικά λόγο να δουν το My People, όχι από υποχρέωση μνήμης αλλά επειδή αφορά άμεσα τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε σήμερα; Τι θα θέλατε να αφήσει πίσω του αυτό το ντοκιμαντέρ;

Πιστεύω κυρίως οι νεότεροι άνθρωποι. Όχι για να διδαχθούν Ιστορία, αλλά για να συνειδητοποιήσουν τι σημαίνει συλλογική μνήμη και πώς αυτή επηρεάζει το παρόν. Η ιστορία της Ελλάδας δεν είναι κάτι μακρινό ή αποκομμένο από τη ζωή μας. Διαμορφώνει τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στον άνθρωπο και στις ευθύνες μας.

Αυτό που θα ήθελα να αφήσει πίσω του το ντοκιμαντέρ είναι αληθινές ιστορίες που δίνουν δύναμη και εμπνέουν. Ιστορίες ανθρώπων που σε ακραίες συνθήκες επέλεξαν να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλον. Αν ένας νέος άνθρωπος δει κάποιον της ηλικίας του να ασχολείται με ένα τόσο απαιτητικό θέμα, ίσως νιώσει ότι η ιστορία δεν είναι κάτι ξένο, αλλά κάτι που τον αφορά άμεσα.

Υπήρξε κάτι στη συνεργασία αυτή που ανέτρεψε δικές σας βεβαιότητες για το πώς συνυπάρχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες γύρω από την ιστορία;

Μου υπενθύμισε ότι όταν το επίκεντρο είναι ο άνθρωπος και η Ιστορία αντιμετωπίζεται με ευθύνη, οι διαφορές μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να ακυρώνουν η μία την άλλη. Στην πορεία του ντοκιμαντέρ συνεργάστηκαν άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, όχι για να συμφωνήσουν σε όλα, αλλά για να υπηρετήσουν μια κοινή ανάγκη μνήμης. Αυτό, για μένα, είναι από μόνο του ένα σχόλιο για το σήμερα και για το πώς θα μπορούσαμε να συνδιαλεγόμαστε πιο ουσιαστικά.

Ποιο σημείο του ντοκιμαντέρ θα θέλατε να δείτε ως γκράφιτι;

Υπάρχει μια σκηνή όπου η Νίνα λέει στον Αλμπέρτο να μην πάει στη Θεσσαλονίκη για να τη δει. Του ζητά να μείνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει εκείνη να πάει στους γονείς του, λέγοντάς τους πως, αν επιβιώσουν, θα παντρευτούν. Είναι μια στιγμή απόλυτης ευθύνης και αγάπης, χωρίς μεγάλες δηλώσεις, μόνο πράξη.

Το My People δημιουργεί ένα επιπλέον βάρος ή μια αυξημένη προσδοκία για ό,τι θα ακολουθήσει;

Αναπόφευκτα δημιουργεί. Όταν έχεις αφιερώσει τόσα χρόνια σε ένα έργο με τέτοιο βάρος, δεν γίνεται να μη σε συνοδεύει. Παρ’ όλα αυτά, θα ήθελα το επόμενο βήμα να κινηθεί σε διαφορετικό τόνο. Ιδανικά, να μπορέσω να κάνω μια ρομαντική κομεντί, όχι ως αντίθεση, αλλά ως ανάγκη ισορροπίας.

Μέχρι τότε, ποια θεωρείτε τη δεδομένη στιγμή τη μεγαλύτερη παθογένεια της εποχής μας;

Ότι έχουμε ξεχάσει να στεκόμαστε. Ότι μπερδέψαμε την κίνηση με την πρόοδο και την ταχύτητα με το νόημα.

Δεσποινίς Ρεζάν, ποιο είναι το νόημα;

Το νόημα είναι να ζούμε τη ζωή. Όταν συνειδητοποιείς ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι αφηρημένες έννοιες αλλά εμπειρίες εδώ, καταλαβαίνεις και την ευθύνη των επιλογών σου. Αν ο πόνος δεν σε περιορίζει και δεν σε καθορίζει, μπορείς να προχωρήσεις. Ζούμε σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τη χαρά με καχυποψία και ταυτίζει τη σοβαρότητα με τη μιζέρια. Εγώ πιστεύω ότι η ελευθερία από ό,τι μας βαραίνει είναι αυτή που μας επιτρέπει, τελικά, να είμαστε χαρούμενοι.

Το My People κυκλοφορεί στις 22 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους από την The Film Group.

Direction: Anna Rezan

Script: Anna Rezan, Pantelis Kodogiannis, Giorgos Pilichos

Cinematography: Zafeiris Haitides

Cast: Nina Benrubi, Makis Matsas, Issac Mizan, Nina Negrin, Moeses Constantinis, Anna Rezan

Editing: Anna Rezan, Ηronis Theocharis

Sound: Kostas Exarheas

Music: Billy Nikolopoulos, Anna Rezan

Production: LoveBringsLovEntertainment

Producers: Anna Rezan, Zafeiris Haitides, Mitchell Block, Kim Magnusson

Narration: Anna Rezan, Pantelis Kodogiannis, Travis Kindl, Marco Dapper

Format: DCP

Color: Color

Production Country: Greece, Denmark, USA

DPG Network