Μία Σερενάτα για την Αρλέτα, 9 χρόνια από τον θάνατό της & οι άγνωστες ιστορίες ενός αθόρυβου θρύλου
Η Αρλέτα σηματοδοτεί μία εποχή που συνέδεσε 5 δεκαετίες της ελληνικής μουσικής και απέδειξε ότι δε χρειάζεται να κάνεις θόρυβο για να υπάρξεις.
Ήταν η φωνή που δεν χρειάστηκε ποτέ να υψωθεί για να ακουστεί. Η Αρλέτα δεν ακολούθησε τον δρόμο της μεγάλης προβολής, δεν κυνήγησε τα «φώτα» και τις κοσμικές εμφανίσεις. Προτίμησε έναν πιο μοναχικό δρόμο, γεμάτο μουσική, ζωγραφική, βιβλία και ανθρώπους που εκτιμούσε πραγματικά.
Πίσω όμως από τη χαρακτηριστική της φωνή και την ήρεμη παρουσία της κρυβόταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή, την οποία εκείνη διηγούνταν με χιούμορ στις λιγοστές συνεντεύξεις της.
Από τα Καλημέρα Ελλάδα και Πρωινό Καφέ των 90s στο Αυλαία και Πάμε της Αρλέτα, ένα τσιγάρο διαδρομή
Ο άνθρωπος που έπεισε την Αρλέτα να επιστρέψει στο τραγούδι μετά τον διωγμό της και η Μπέλλου
Γεννημένη ως Αργυρώ Νικολαΐδου, η Αρλέτα υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες του ελληνικού τραγουδιού. Το όνομά της συνδέθηκε αρχικά με το Νέο Κύμα και στη συνέχεια με κάθε νέο τρόπο έκφρασης. Ο δικός της υπήρξε ανέκαθεν μοναδικός.
Επηρεάστηκε πολύ σε μικρή ηλικία από το δημοτικό τραγούδι, καθώς ο πατέρας της που ήταν γιατρός, κάθε Κυριακή στα οικογενειακά τραπέζια τραγουδούσε δημοτικά της Ρούμελης με έναν μοναδικό τρόπο, όπως έχει πει σε συνεντεύξεις της η τραγουδίστρια.
Η Αρλέτα δεν τραγουδούσε τα τραγούδια της όπως όλοι οι άλλοι και περισσότερο, έμοιαζε σα να αφηγούνταν μία ιστορία. Το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο, έγινε με τα χρόνια, ταυτόσημο με τον πιο ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας και έκφρασης.
Πριν γίνει γνωστή ως τραγουδίστρια, ήταν ζωγράφος καθώς είχε σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Η ζωγραφική δεν ήταν μια παράλληλη δραστηριότητα, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της. Μάλιστα, πολλές φορές φιλοτέχνησε η ίδια τα εξώφυλλα των δίσκων της, βάζοντας πάνω στη δουλειά της το προσωπικό της αποτύπωμα.
Τραγούδησε για πρώτη φορά στη μπουάτ «Κιβωτός» του γνωστού σκιτσογράφου Μίνου Αργυράκη, συνεργάστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι σε κάποιες διασκευές τραγουδιών του και για πρώτη φορά το 1971 επιχείρησε να πάρει την ευθύνη λειτουργίας της μπουάτ Ταβάνια, στην Πλάκα.
Ο γνωστός ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης είχε δημιουργήσει στην οροφή της, ένα ξεχωριστό έργο. Όμως το καθεστώς της δικτατορίας που θεωρούσε πως τα τραγούδια της έκρυβαν υπονοούμενα αντίστασης και τη συνέδεαν με τον χώρο της αριστεράς, παρόλο που η ίδια δεν ήταν πολιτικοποιημένη, την ανάγκασε να κλείσει τη μπουάτ.
Οι συνεχείς έλεγχοι για ασήμαντη αφορμή την επιβάρυναν και ψυχολογικά και τότε πήρε την απόφαση να αποσυρθεί για 4 χρόνια από το τραγούδι.
Ο Ζωρζ Μουστακί ήταν εκείνος που την έπεισε να επιστρέψει όταν της πρότεινε τη συμμετοχή της σε κάποιες από τις συναυλίες του στο Παρίσι.
Η Αρλέτα στα πρώτα της δισκογραφικά βήματα συνεργάστηκε με τον Γιάννη Σπανό (αφού ο Γιώργος Παπαστεφάνου θα την προτείνει στον «μέγα» Πατσιφά και διευθυντή της δισκογραφικής εταιρείας Lyra), τον Νότη Μαυρουδή και την περίοδο της Μεταπολίτευσης και με τον Μίκη Θεοδωράκη για το Romancero Gitano.
Τη δεκαετία του '80 όμως θα κάνει το πιο μεγάλο προσωπικό της «πέταγμα» στην ελληνική μουσική, διαμορφώνοντας μία εντελώς ιδιαίτερη ταυτότητα. Όμοια της Αρλέτας δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει.
Όπως έλεγε χαρακτηριστικά σε μία της συνέντευξη, ο Γιάννης Σπανός της χάρισε το «Μία φορά θυμάμαι», ο Λάκης Παπαδόπουλος την αγαπημένη σε όλους μας Σερενάτα και τόσο ιδιαίτερο Batida de Coco, ενώ η ίδια έγραψε το ανεπανάληπτο Μπαρ το Ναυάγιο.
Καθοριστική ήταν και η γνωριμία της με τη Σωτηρία Μπέλλου και χαρακτηριστικά έλεγε στον δημοσιογράφο Αντώνη Μποσκοίτη στην τελευταία της συνέντευξη: «Στη ζωή μου, οι μόνες καταχρήσεις ήταν μερικά γερά μεθύσια, ένα από τα οποία το χρωστάω στη Σωτηρία Μπέλλου. Με έκανε λιάδα στην κυριολεξία, με φέρανε τέσσερις στο σπίτι μου. Είχαμε πολύ καλές σχέσεις, τη σεβόμουν πολύ ως άνθρωπο, μου είχε φερθεί άψογα».
Η για πολλά χρόνια Εξαρχιώτισσα Αρλέτα που είχε βοηθήσει και η ίδια αρκετούς νέους καλλιτέχνες στο ξεκίνημά τους, λέγοντας τη γνώμη της για όσα δημιουργούσαν, υπήρξε μία πολύ χαμηλών τόνων καλλιτέχνης μακριά από κυκλώματα, καλλιτεχνικές παρέες και συστήματα.
Υπήρξε μοναχική από τα νεανικά της χρόνια (έπαιξε ρόλο και η φυματίωση που κλόνισε την υγεία της στα 23 της) και πολύ εκλεκτική στους ανθρώπους που άφηνε να εισέλθουν στον κύκλο της.
Σε μία συνέντευξή της (in.gr) όταν πια είχε συμπληρώσει 50 χρόνια καριέρας είχε πει:
«Ποτέ δεν επεδίωξα καριέρα και δεν νομίζω ότι έχω καριέρα. Ποτέ στη ζωή μου δεν επεδίωξα κασέ, αυτοπροβολή. Μπορώ να πω ότι έχω μία πορεία η οποία ήταν παράξενη και βασίστηκε αποκλειστικά στον κόσμο»
Η περιπέτεια με την υγεία της και το σαρκαστικό της σχόλιο για τη δημοσιότητα
Σε συνέντευξή της στον δημοσιογράφο Αντώνη Μποσκοίτη μιλά και για το εγκεφαλικό επεισόδιο που παραλίγο θα της στοίχιζε τη ζωή, αν ένας γιατρός στον Βόλο δεν την χειρουργούσε άμεσα.
«Εγώ λέω ένα πράγμα: έπρεπε να πεθάνω για να με ξαναανακαλύψουν. Δεν κάνω πλάκα».
Ενώ σε μία δεύτερη συνέντευξή της μίλησε πολύ ανοιχτά για την υστεροφημία της:
«Τον δικό μου θάνατο δεν το φοβάμαι. Των άλλων ναι, των αγαπημένων μου ανθρώπων. Γιατί έχω χάσει πολλούς αγαπημένους μου. Δεν με νοιάζει πώς θα με θυμάται το κοινό, δεν ξέρω αν θα με θυμάται, δεν με αφορά, δεν με απασχολεί. Να με θυμάται με ευχαρίστηση μόνο, τίποτα άλλο. Δεν είμαι μεγαλομανής άνθρωπος. Δεν θεωρώ ότι έχω κάνει κάτι τόσο φοβερό».
