Σερβία: Οι φοιτητές δεν περίμεναν να αλλάξει ο κόσμος. Κατέβηκαν στις εκλογές, άλλαξαν την κυβέρνηση
Από την τραγωδία των 16 νεκρών στο Νόβι Σαντ μέχρι την εκλογική νίκη της «Φοιτητικής Λίστας» απέναντι στον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, η Σερβία γράφει ένα απροσδόκητο πολιτικό κεφάλαιο. Ένα κίνημα χωρίς παραδοσιακό αρχηγό κατάφερε να μετατρέψει την κοινωνική οργή σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθιστώντας σαφές σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι η νέα γενιά μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία αντί να περιορίζεται στο να την καταγγέλλει. Το μάθημα που αφορά και την Ελλάδα.
Υπάρχει μια σχεδόν προσβλητική ευκολία με την οποία οι μεγαλύτερες γενιές μιλούν για τους νέους. Τους θεωρούν πολιτικά αδιάφορους, εθισμένους στις οθόνες, ανίκανους να συγκεντρωθούν σε οτιδήποτε διαρκεί περισσότερο από ένα βίντεο στο TikTok. Τους συμβουλεύουν να ασχοληθούν με τα κοινά, αρκεί αυτή η ενασχόληση να μην αμφισβητεί σοβαρά εκείνους που έχουν εγκατασταθεί στα κοινά εδώ και δεκαετίες. Στη Σερβία, οι φοιτητές έκαναν κάτι εξαιρετικά αγενές απέναντι σε αυτή τη βολική θεωρία. Οργανώθηκαν, διεκδίκησαν εκλογές, κατέβηκαν σε αυτές και τις κέρδισαν.
Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026, η «Φοιτητική Λίστα» πέτυχε μια ιστορική εκλογική νίκη απέναντι στο πολιτικό στρατόπεδο του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος αναγνώρισε δημόσια την ήττα του. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, το φοιτητικό ψηφοδέλτιο συγκέντρωσε περίπου το 52% των ψήφων, εξασφαλίζοντας μεταξύ 135 και 140 εδρών στο σερβικό Κοινοβούλιο των 250 μελών. Τα οριστικά αποτελέσματα αναμένονται, αλλά η πολιτική ανατροπή έχει ήδη συντελεστεί.
Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι έχασε ένας πολιτικός μηχανισμός που κυριαρχούσε στη χώρα περισσότερο από μία δεκαετία. Είναι ότι τον νίκησε ένα κίνημα που δεν γεννήθηκε σε κάποιο κομματικό γραφείο, δεν χτίστηκε γύρω από έναν τηλεοπτικά αναγνωρίσιμο σωτήρα και δεν χρειάστηκε να κατασκευάσει έναν ακόμη αλάνθαστο ηγέτη για να αποκτήσει πολιτική υπόσταση.
Δεκαέξι νεκροί και μια κοινωνία που αρνήθηκε να συνηθίσει
Την 1η Νοεμβρίου 2024, η κατάρρευση στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ προκάλεσε τον θάνατο 16 ανθρώπων. Μια τραγωδία που έφερε στο προσκήνιο καταγγελίες για διαφθορά, κακοδιαχείριση δημόσιων έργων και έλλειψη λογοδοσίας.
Οι φοιτητές βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας απαντήσεις. Ακολούθησαν καταλήψεις πανεπιστημίων, μαζικές κινητοποιήσεις, συγκρούσεις με τις αρχές και μια παρατεταμένη πολιτική κρίση. Η κυβέρνηση αμφισβήτησε τις κατηγορίες περί συγκάλυψης, ενώ ο Βούτσιτς κατηγόρησε κατά καιρούς το κίνημα για ξένες παρεμβάσεις.
Εκείνο που ξεκίνησε ως απαίτηση δικαιοσύνης εξελίχθηκε σε συνολική αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία στη Σερβία.
Και αξίζει να σταθούμε σε μια λεπτομέρεια που συχνά εξαφανίζεται πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους. Οι φοιτητές δεν αντιμετώπισαν τους 16 νεκρούς ως μια τραγική είδηση με ημερομηνία λήξης. Δεν επέτρεψαν στην επικαιρότητα να καταπιεί την υπόθεση, όπως συμβαίνει τόσο συχνά όταν η δημόσια οργή εξαντλείται ταχύτερα από τις δικαστικές διαδικασίες. Επέμειναν επί σχεδόν δύο χρόνια.
Σε μέρες όπου η πολιτική επικοινωνία μετρά την επιτυχία της σε ώρες δημοσιότητας, αυτοί επένδυσαν στον χρόνο. Κι αυτό αποδείχθηκε πολύ πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε επικοινωνιακό τέχνασμα.
Η «Φοιτητική Λίστα» και η πολιτική χωρίς μεσσίες
Η συγκρότηση της «Φοιτητικής Λίστας» υπήρξε ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική επιλογή του κινήματος. Οι υποψήφιοι προέκυψαν μέσα από διαδικασίες των πανεπιστημιακών συνελεύσεων και προέρχονταν από διαφορετικούς επαγγελματικούς χώρους: πανεπιστημιακοί, γιατροί, καλλιτέχνες, ακτιβιστές και άλλοι πολίτες χωρίς προηγούμενη υψηλόβαθμη κομματική σταδιοδρομία.
Ακόμη και η απουσία ενός προσώπου από την ονομασία του ψηφοδελτίου είχε τη σημασία της. Σε μια πολιτική κουλτούρα που συχνά οργανώνεται γύρω από επώνυμα, προσωπικές αυλές και αρχηγικές φιλοδοξίες, οι φοιτητές επέλεξαν να προτάξουν μια συλλογική ταυτότητα.
Δεν πρόκειται για απόδειξη ότι ανακάλυψαν κάποιο αψεγάδιαστο δημοκρατικό μοντέλο. Η συλλογικότητα μπορεί επίσης να παράγει αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις και αδυναμία λήψης αποφάσεων. Αλλά τουλάχιστον αμφισβήτησαν την αντίληψη ότι κάθε πολιτική αλλαγή χρειάζεται υποχρεωτικά έναν άνθρωπο που θα εμφανιστεί ως ο μοναδικός ικανός να τη φέρει εις πέρας.
Η μεγάλη τους επιτυχία ήταν ότι κατάφεραν να απευθυνθούν πέρα από τα πανεπιστήμια. Η εκλογική συμμετοχή πλησίασε το 70%, ενώ το κίνημα προσέλκυσε πολίτες διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών ομάδων. Η φοιτητική διαμαρτυρία έγινε υπόθεση μιας πολύ ευρύτερης κοινωνίας.
Το μάθημα που αφορά και την Ελλάδα
Η ελληνική κοινωνία έχει ιδιαίτερους λόγους να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν στη γειτονική χώρα. Όχι επειδή οι πολιτικές συνθήκες είναι ίδιες, ούτε επειδή κάθε κοινωνική τραγωδία μπορεί να συγκριθεί με μια άλλη. Αλλά επειδή η Σερβία ανοίγει μια συζήτηση που μας αφορά άμεσα: τι συμβαίνει όταν οι πολίτες παύουν να εμπιστεύονται τους θεσμούς που υποτίθεται ότι υπάρχουν για να τους προστατεύουν;
Η υπόθεση του Νόβι Σαντ αναπόφευκτα φέρνει στον ελληνικό δημόσιο διάλογο τη μνήμη των Τεμπών. Διαφορετικά δυστυχήματα, διαφορετικές δικαστικές και πολιτικές συνθήκες, αλλά μια κοινή κοινωνική απαίτηση: να μη θεωρείται ο ανθρώπινος θάνατος αναπόφευκτο παράπλευρο κόστος της κρατικής ανεπάρκειας.
Στην Ελλάδα έχουμε παρακολουθήσει τεράστιες συγκεντρώσεις, έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και μια διαρκή συζήτηση για τη σχέση της νέας γενιάς με την πολιτική. Συχνά, ωστόσο, αντιμετωπίζουμε τη νεανική συμμετοχή σαν μια ωραία φωτογραφία από διαδήλωση. Τη χειροκροτούμε, τη σχολιάζουμε, την αναρτούμε και ύστερα επιστρέφουμε στους γνωστούς πρωταγωνιστές του πολιτικού συστήματος.
Η σερβική εμπειρία θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα. Για ποιον λόγο θεωρούμε φυσιολογικό οι νέοι να διεκδικούν το μέλλον τους στους δρόμους, αλλά σχεδόν εξωτικό να διεκδικούν οι ίδιοι και τη διαχείρισή του;
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς με κάθε θέση της «Φοιτητικής Λίστας» για να αναγνωρίσει την πολιτική σημασία αυτής της μετατόπισης. Ούτε είναι αυτονόητο ότι ένα αντίστοιχο εγχείρημα θα μπορούσε να μεταφερθεί αυτούσιο στην Ελλάδα. Οι κοινωνικές συνθήκες, οι πολιτικές παραδόσεις και οι θεσμικές ισορροπίες διαφέρουν.
Εκείνο που μπορεί να μεταφερθεί είναι η άρνηση να αντιμετωπίζεται η πολιτική ως κληρονομικό δικαίωμα μιας κλειστής επαγγελματικής τάξης.
Η εξουσία δεν γίνεται αυτομάτως καλύτερη επειδή αλλάζει χέρια
Ο ενθουσιασμός για την εκλογική νίκη δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέψουμε το δυσκολότερο κομμάτι της ιστορίας. Η «Φοιτητική Λίστα» κέρδισε μια εκλογική αναμέτρηση. Δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικά.
Η καταπολέμηση της διαφθοράς, η αποκατάσταση της ανεξαρτησίας των θεσμών, η οικονομική πολιτική και οι διεθνείς σχέσεις της Σερβίας απαιτούν συγκεκριμένες αποφάσεις, τεχνογνωσία και πολιτικό κόστος. Οι διακηρύξεις περί αξιοκρατίας και διαφάνειας θα δοκιμαστούν όταν χρειαστεί να εφαρμοστούν απέναντι σε πραγματικά συμφέροντα.
Άλλωστε, η νεότητα δεν αποτελεί από μόνη της πολιτικό προσόν, όπως ακριβώς η ηλικία δεν συνιστά εγγύηση σοφίας. Θα ήταν αφελές να αντικαταστήσουμε τη λατρεία του έμπειρου αρχηγού με τη ρομαντική εξιδανίκευση του νέου ανθρώπου. Οι φοιτητές οφείλουν να κριθούν με την ίδια αυστηρότητα που απαίτησαν για τους προκατόχους τους.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να παραλαμβάνεις ένα σύστημα εξουσίας και στο να έχεις οργανωθεί πολιτικά ακριβώς επειδή αμφισβήτησες τον τρόπο λειτουργίας του. Αυτή η διαφορά δημιουργεί προσδοκίες. Και οι προσδοκίες, όταν συνοδεύονται από πραγματική κοινωνική συμμετοχή, μπορούν να εξελιχθούν σε πολύ απαιτητικό μηχανισμό ελέγχου.
Μια γενιά που αρνήθηκε τον ρόλο του θεατή
Επί χρόνια, οι νέοι της Ευρώπης ακούν ότι η πολιτική είναι βρόμικη υπόθεση, ότι τίποτα δεν αλλάζει, ότι όλοι είναι ίδιοι και ότι η μόνη σοβαρή προσωπική στρατηγική είναι να φροντίσουν τον εαυτό τους. Να βρουν μια καλή δουλειά, να φύγουν στο εξωτερικό αν χρειαστεί, να προσαρμοστούν. Η συλλογική διεκδίκηση παρουσιάζεται συχνά ως πολυτέλεια ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη γνωρίσει την πραγματική ζωή.
Οι φοιτητές της Σερβίας δεν περίμεναν να αποκτήσουν πρώτα την κοινωνική θέση, την ηλικία ή τις γνωριμίες που θα τους επέτρεπαν να θεωρούνται κατάλληλοι για την πολιτική. Αμφισβήτησαν ευθέως το δικαίωμα ενός παγιωμένου συστήματος να ορίζει ποιος δικαιούται να το ανταγωνιστεί.
Και κατάφεραν κάτι που οι παραδοσιακές δυνάμεις της αντιπολίτευσης δυσκολεύονταν επί χρόνια να πετύχουν: να συγκροτήσουν μια πλειοψηφική πολιτική πρόταση απέναντι στον Βούτσιτς.
Η ιστορία τους δεν χρειάζεται αγιογραφίες. Χρειάζεται προσοχή, πολιτική περιέργεια και αυστηρή παρακολούθηση όσων θα ακολουθήσουν.
Το βράδυ της 25ης Οκτωβρίου, οι φοιτητές πανηγύρισαν στους δρόμους του Βελιγραδίου. Από την επόμενη ημέρα, όμως, τους περιμένει κάτι πολύ λιγότερο φωτογενές: η ευθύνη να αποδείξουν ότι οι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Μέχρι χθες απαιτούσαν από την εξουσία να δώσει λογαριασμό. Από αύριο θα πρέπει να μάθουν να δίνουν οι ίδιοι. Και αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική κατάκτηση της πολιτικής τους ενηλικίωσης.

