Απαγορεύονται οι influencers: Μήπως ο κόσμος αρχίζει να ξερνάει την κουλτούρα της αυτοπροβολής;
Από το Hotel du Cap-Eden-Roc της Γαλλικής Ριβιέρας μέχρι τα εστιατόρια του Λονδίνου, οι απαγορεύσεις φωτογραφίσεων πληθαίνουν και ο Guardian καταγράφει μια πραγματικότητα που θα μπορούσε άνετα να αποτελεί επεισόδιο του Black Mirror. Πώς η ματαιοδοξία απέκτησε επαγγελματική υπόσταση, η καθημερινότητα μετατράπηκε σε διαφημιστικό προϊόν και η ανάγκη μας να μας κοιτάζουν έφτασε να δοκιμάζει τα όρια της κοινωνικής ανοχής;
Στο αμερικανικό Nantucket, μια επιγραφή με τις λέξεις «No influencers» έγινε viral, χαρίζοντας στην εποχή μας μια από τις πιο εύστοχες εκφράσεις κοινωνικής αγανάκτησης, καθώς χρειάστηκε να διατυπωθεί γραπτώς κάτι που κάποτε αποτελούσε στοιχειώδη κανόνα συνύπαρξης, ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν βρίσκονται στον κόσμο για να συμμετέχουν στην προσωπική μας διαφημιστική καμπάνια. Στις 19 Οκτωβρίου, ο Guardian κατέγραψε μια σειρά από ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικούς προορισμούς που επιβάλλουν περιορισμούς στις φωτογραφίσεις, καθώς η ανάγκη παραγωγής περιεχομένου έχει αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερες απαιτήσεις από την ίδια την εμπειρία.
Στο πολυτελές Hotel du Cap-Eden-Roc της Γαλλικής Ριβιέρας, για παράδειγμα, οι φωτογραφίσεις χρειάζονται πλέον προηγούμενη άδεια, αφού επισκέπτες έκλειναν τραπέζι για φαγητό και εμφανίζονταν με τσάντες γεμάτες ρούχα και κοσμήματα, έτοιμοι να αξιοποιήσουν το ξενοδοχείο ως προσωπικό φωτογραφικό στούντιο. Ακόμη πιο απολαυστική είναι η περίπτωση του Βρετανού εστιάτορα Jeremy King, ο οποίος περιέγραψε στη Standard πελάτες που κατέφθαναν με βαλίτσες και τρίποδα, εξαφανίζονταν στις τουαλέτες για φωτογραφίσεις και επέστρεφαν για να παραπονεθούν ότι το φαγητό τους είχε κρυώσει, ενώ κάποια στιγμή χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μια ομάδα δέκα γυναικών που είχε καταλάβει τις τουαλέτες με το φωτογραφικό της συνεργείο και το δικό της ηχοσύστημα.
Αν αυτό δεν αποτελεί μια αρκετά εύγλωττη περιγραφή της σύγχρονης ανθρώπινης ματαιοδοξίας, τουλάχιστον προσφέρει εξαιρετικό υλικό για ένα επόμενο επεισόδιο του Black Mirror.
Η ματαιοδοξία απέκτησε επαγγελματική ιδιότητα
Η επιθυμία του ανθρώπου να προκαλεί θαυμασμό έχει ιστορία μεγαλύτερη από εκείνη του πολιτισμού, μόνο που πλέον διαθέτει επιχειρηματικό μοντέλο, στατιστικά απόδοσης και τη δυνατότητα να εκδίδει τιμολόγιο. Το influencer marketing κατάφερε να μετατρέψει τη δημόσια εικόνα σε οικονομικό κεφάλαιο, να αναγορεύσει την προσωπική ζωή σε εμπορικό περιουσιακό στοιχείο και να καθιερώσει μια ιδιότυπη αντίληψη κοινωνικής σπουδαιότητας, σύμφωνα με την οποία η δυνατότητα να επηρεάζεις τις αγοραστικές αποφάσεις αγνώστων σου προσφέρει περίπου το κύρος ενός ανθρώπου που έχει πραγματικά κάτι σημαντικό να πει.
Η ειρωνεία βρίσκεται στο ότι αυτή η επαγγελματική κατηγορία έχει καταφέρει να εξάγει τη λογική της σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία εμπορική σχέση με τα social media, μετατρέποντας ένα σημαντικό μέρος της καθημερινότητας σε ατελείωτη διαδικασία αυτοσκηνοθεσίας. Οι διακοπές χρειάζονται φωτογραφικό concept, το δείπνο κατάλληλο φωτισμό, η έξοδος αισθητική συνοχή και ακόμη και ο αυθορμητισμός απαιτεί αρκετές επαναλήψεις μέχρι να αποκτήσει την επιθυμητή φυσικότητα.
Και βέβαια, υπάρχει κάτι εξαιρετικά κωμικό στο γεγονός ότι έχουμε φτάσει να αντιμετωπίζουμε μια συνηθισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως το να πίνουμε έναν καφέ, με την παραγωγική σοβαρότητα κινηματογραφικού γυρίσματος, λες και η ανθρωπότητα περιμένει με κομμένη την ανάσα το επόμενο στιγμιότυπο της καθημερινής μας ύπαρξης.
Ο υπόλοιπος κόσμος δεν είναι το προσωπικό μας σκηνικό
Πίσω από την εύκολη γελοιοποίηση του φαινομένου υπάρχει ένα πραγματικό ζήτημα κοινωνικής συμπεριφοράς, αφού η διαρκής παραγωγή περιεχομένου έχει καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι κάθε δημόσιος χώρος βρίσκεται αυτομάτως στη διάθεση όποιου επιθυμεί να τον αξιοποιήσει για την προβολή του. Ο πελάτης του διπλανού τραπεζιού, ο εργαζόμενος που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του και ο περαστικός που εμφανίζεται άθελά του στο πλάνο καλούνται να προσαρμοστούν στις ανάγκες μιας ιδιωτικής δραστηριότητας, της οποίας τα ενδεχόμενα οφέλη θα καρπωθεί αποκλειστικά εκείνος που κρατά την κάμερα.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η οικονομία της προσοχής έχει επηρεάσει την αντίληψή μας για την προσωπική αξία. Η αναγνωρισιμότητα διεκδικεί διαρκώς τη θέση της κοινωνικής καταξίωσης, η δημοφιλία αντιμετωπίζεται σαν πιστοποιητικό σημασίας και η εμμονή με τη δημόσια επιβεβαίωση παράγει ανθρώπους που έχουν μάθει να αξιολογούν ακόμη και τις προσωπικές τους στιγμές μέσα από την πιθανή ανταπόκριση ενός αόρατου κοινού.
Αυτή η διαρκής ανάγκη αυτοπαρουσίασης κρύβει και μια ιδιαίτερα εξαντλητική μορφή κοινωνικού ανταγωνισμού, όπου η ευτυχία, η ομορφιά, η επιτυχία και η απόλαυση αποκτούν την υποχρέωση να αποδεικνύονται δημοσίως, σε έναν ατελείωτο διαγωνισμό εντυπώσεων στον οποίο κανείς δεν θυμάται ποιος ακριβώς μοίρασε τις προσκλήσεις.
Η βιομηχανία που τους δημιούργησε τώρα τους βρίσκει ενοχλητικούς
Ας μην παρασυρθούμε, πάντως, από τον ενθουσιασμό μιας εύκολης αντι-influencer σταυροφορίας, γιατί υπάρχει κάτι βαθιά υποκριτικό στην αγανάκτηση μιας αγοράς που επένδυσε τεράστια ποσά στην εμπορευματοποίηση της προσωπικής εικόνας και τώρα ανακαλύπτει με έκπληξη ότι οι άνθρωποι που ανταμείβονται για τη διαρκή τους έκθεση δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα όριά της. Ξενοδοχεία, εστιατόρια και μεγάλα εμπορικά σήματα εξακολουθούν να επιδιώκουν τη συνεργασία με δημιουργούς περιεχομένου όταν η δημοσιότητά τους εξυπηρετεί τους επιχειρηματικούς τους στόχους, αποδεικνύοντας ότι η ανεκτικότητα απέναντι στην αυτοπροβολή έχει συχνά πολύ συγκεκριμένα οικονομικά κριτήρια.
Υπάρχει επίσης μια ταξική και έμφυλη διάσταση στην ευκολία με την οποία γελοιοποιούνται οι influencers, ένα επάγγελμα με έντονη γυναικεία παρουσία, ενώ παρόμοιες συμπεριφορές από celebrities, φωτογράφους ή πρόσωπα υψηλού κοινωνικού κύρους αντιμετωπίζονται συχνά με μεγαλύτερη επιείκεια. Η κριτική έχει νόημα όταν αφορά την παραβίαση των ορίων και την αίσθηση προνομιακής μεταχείρισης που μπορεί να συνοδεύει τη δημοσιότητα, ανεξάρτητα από το φύλο, την επαγγελματική ιδιότητα ή τον αριθμό των ακολούθων.
Η ιδιωτικότητα είναι η καινούργια αυθάδεια
Οι περιορισμοί που καταγράφει ο Guardian δεν αρκούν για να ανακοινώσουμε το τέλος της κουλτούρας των influencers, αποκαλύπτουν όμως μια κόπωση που αξίζει να εξετάσουμε, καθώς η υπερπροσφορά εικόνων, προσωπικών εξομολογήσεων και διαρκούς αυτοδιαφήμισης έχει μετατρέψει την ανθρώπινη παρουσία σε έναν ανελέητο αγώνα διεκδίκησης προσοχής. Η δυνατότητα να απολαμβάνεις έναν χώρο χωρίς να συμμετέχεις στην παραγωγή περιεχομένου κάποιου άλλου αρχίζει να αποκτά τη σημασία ενός μικρού κοινωνικού προνομίου, την ώρα που η ιδιωτικότητα επανέρχεται ως μια μάλλον ριζοσπαστική επιλογή απέναντι στη γενικευμένη υποχρέωση δημόσιας έκθεσης.
Μπορεί η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αυτής της ιστορίας να βρίσκεται στην αμφισβήτηση μιας αυθαίρετης πεποίθησης που έχουμε αποδεχτεί σχεδόν συλλογικά, ότι η ζωή αποκτά μεγαλύτερη αξία όσο περισσότερους θεατές συγκεντρώνει και ότι η προσωπική μας ανάγκη να γινόμαστε αντικείμενο παρατήρησης δικαιούται να καθορίζει τη συμπεριφορά των υπολοίπων.
Και επειδή η ανθρώπινη ματαιοδοξία δύσκολα θεραπεύεται με απαγορευτικές πινακίδες, ίσως χρειάζεται να συμφιλιωθούμε με μια πολύ πιο δυσάρεστη διαπίστωση, ότι ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει ακόμη κι όταν εμείς δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του κάδρου.

