Κι αν αφήναμε τα ’90s ήσυχα; Πώς η νοσταλγία έγινε η πιο κερδοφόρα μορφή πολιτισμικής τεμπελιάς
Από το «Smells Like Teen Spirit» των Nirvana και το «Pulp Fiction» μέχρι την Kate Moss, το MTV, τις βιντεοκασέτες και το Game Boy, μια ολόκληρη γενιά κατάφερε να γίνει εκείνος ο ανυπόφορος θείος που κάθεται με τη νεολαία και της εξηγεί πόσο καλύτερα ήταν κάποτε όλα. Με αφορμή την έκθεση «The 90s: Art and Fashion» στην Tate Britain, αναρωτιόμαστε πότε η αγάπη για μια σπουδαία δεκαετία εξελίχθηκε σε πολιτισμική αυταρέσκεια και πώς η βιομηχανία έμαθε να βγάζει λεφτά ακόμη και από την άρνησή μας να μεγαλώσουμε.
Το πρώτο riff του «Smells Like Teen Spirit» των Nirvana εξακολουθεί να έχει την ίδια αυθάδεια με το 1991, όταν ο Kurt Cobain και η παρέα του έκαναν μια ολόκληρη γενιά να πιστέψει ότι είχε επιτέλους βρει τη μουσική που θα εκνεύριζε τους γονείς της. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, εκείνα τα παιδιά έχουν γίνει οι ανυπόφοροι θείοι που κάθονται με τη νεολαία και της διηγούνται πόσο καλύτερα ήταν όλα στη δική τους εποχή, επιμένοντας να τους βάλουν «λίγη πραγματική μουσική» και να τους εξηγήσουν ότι η ζωή είχε περισσότερο ενδιαφέρον όταν χρειαζόταν να γυρίσεις μια κασέτα με το στιλό. Είναι σχεδόν συγκινητικό πόσο πιστά αναπαράγουμε τη συμπεριφορά των ανθρώπων που κάποτε θεωρούσαμε οριστικά ξεπερασμένους.
Η αφορμή για να ξανανοίξουμε αυτή τη συζήτηση έρχεται από το Λονδίνο, όπου η Tate Britain εγκαινίασε στις 8 Οκτωβρίου την έκθεση The 90s: Art and Fashion, με επιμελητή τον Edward Enninful, πρώην διευθυντή της βρετανικής Vogue, συγκεντρώνοντας δημιουργίες και εικόνες από μια δεκαετία που επαναπροσδιόρισε τη σχέση της μόδας με την τέχνη και την ποπ κουλτούρα. Από τον Alexander McQueen και τη Vivienne Westwood μέχρι την Tracey Emin και τον Damien Hirst, η έκθεση αναδεικνύει μια περίοδο εξαιρετικής δημιουργικής κινητικότητας, δίνοντάς μας παράλληλα την ευκαιρία να αναρωτηθούμε γιατί εξακολουθούμε να επιστρέφουμε με τόση εμμονή στα ίδια πολιτισμικά είδωλα και πόση από αυτή την αφοσίωση οφείλεται πραγματικά στην καλλιτεχνική τους αξία.
Όταν το Game Boy απέκτησε ιστορικό κύρος
Ασφαλώς και έχουμε κάθε λόγο να αγαπάμε τα '90s, που μας χάρισαν τους Nirvana, τους Radiohead, τους Massive Attack, τους Oasis, την Kate Moss, το Pulp Fiction, το Trainspotting, το MTV, τις βιντεοκασέτες, τα Game Boy, τα PlayStation και, στα καθ' ημάς, τη γραφούλα, τις παιδικές ηλεκτρονικές ατζέντες και έναν ολόκληρο κόσμο από αντικείμενα που σήμερα αντιμετωπίζουμε περίπου σαν ευρήματα ενός σπουδαίου αρχαιολογικού πολιτισμού. Το πρόβλημα αρχίζει με την ακατανίκητη ανάγκη μας να αποδώσουμε σε καθετί που συνδέθηκε με την παιδική ή νεανική μας ηλικία μια σχεδόν μεταφυσική ανωτερότητα, λες και η ενοικίαση μιας βιντεοκασέτας απαιτούσε μεγαλύτερη καλλιέργεια από την επιλογή μιας ταινίας στο Netflix.
Η μνήμη, άλλωστε, κάνει θαυμάσια δουλειά στο μοντάζ, έχοντας διασώσει τα αριστουργήματα και απαλλάξει τις αφηγήσεις μας από τις αμέτρητες μουσικές μετριότητες, τις απαίσιες τηλεοπτικές παραγωγές και τις κοινωνικές αγκυλώσεις της εποχής. Έπειτα ερχόμαστε εμείς και συγκρίνουμε αυτή την προσεκτικά επιμελημένη ανθολογία με οτιδήποτε κυκλοφορεί σήμερα, καταλήγοντας στο απολαυστικά βολικό συμπέρασμα ότι η ανθρωπότητα έφτασε στο δημιουργικό της απόγειο ακριβώς την περίοδο που εμείς είχαμε περισσότερο μαλλί και λιγότερες υποχρεώσεις.
Πουλήσαμε την επανάσταση
Η βιομηχανία έχει αντιληφθεί εδώ και καιρό πόσο κερδοφόρα μπορεί να γίνει αυτή η γενεακή ματαιοδοξία, επενδύοντας σε επανεκδόσεις, reunion, κινηματογραφικές αναβιώσεις και ρούχα που αναπαράγουν την αισθητική ανθρώπων οι οποίοι κάποτε ντύνονταν πρόχειρα επειδή αδιαφορούσαν για την επιδοκιμασία των άλλων. Το grunge έχει πλέον τιμοκατάλογο, η αντισυμβατικότητα κυκλοφορεί σε περιορισμένες συλλογές και η προσωπική μας συγκίνηση προσφέρει στις εταιρείες το σπάνιο προνόμιο ενός κοινού που αγαπά το προϊόν προτού καν αυτό ξαναβγεί στην αγορά.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από τις εμπορικές φιλοδοξίες της νοσταλγίας και αφορά τον τρόπο με τον οποίο η προσκόλληση σε μια συγκεκριμένη εποχή μπορεί να εξελιχθεί σε κανονικό πολιτισμικό συντηρητισμό. Έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τους νεότερους καλλιτέχνες σαν ανεπαρκείς διαδόχους των δικών μας ειδώλων, τη σημερινή μουσική σαν διαρκή έκπτωση και κάθε καινούργια αισθητική σαν μια μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια να επαναληφθεί κάτι που εμείς είχαμε την τύχη να ζήσουμε στην αυθεντική του εκδοχή. Και το κάνουμε με την αυτοπεποίθηση μιας γενιάς που εξακολουθεί να πιστεύει ότι διαθέτει το μονοπώλιο της επανάστασης, επειδή κάποτε άκουγε Nirvana και φορούσε αρβύλες.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης, αφού οι άνθρωποι που έκαναν τα '90s τόσο συναρπαστικά απέκτησαν τη θέση τους στην Ιστορία χάρη στο θράσος τους να αμφισβητήσουν τις βεβαιότητες των προηγούμενων, ενώ εμείς τιμούμε σήμερα την κληρονομιά τους απαιτώντας από τους επόμενους να υποκλιθούν στις δικές μας.
Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, να ακούμε τους Nirvana, να ξαναβλέπουμε το Pulp Fiction και να συγκινούμαστε με τις κασέτες που ανακαλύπτουμε σε παλιά συρτάρια, έχοντας τουλάχιστον την αξιοπρέπεια να παραδεχτούμε ότι ένα σημαντικό μέρος της νοσταλγίας μας αφορά την ηλικία στην οποία γνωρίσαμε όλα αυτά και την απροθυμία μας να αποχωριστούμε εκείνη την εκδοχή του εαυτού μας.
Γιατί, αν υπάρχει κάτι πιο γελοίο από έναν θείο που εξηγεί στους νεότερους πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα στην εποχή του, είναι ένας θείος με μπλουζάκι Nirvana που εξακολουθεί να πιστεύει ότι αποτελεί απειλή για το κατεστημένο.

