Μπαμπάδες σε ρόλο μαμάς: Πώς ο Σπύρος & ο Παναγιώτης έγιναν οι «μαμάδες» των παιδιών τους

Η μαμά στη δουλειά, ο μπαμπάς στο σπίτι. «Αφού δεν μπορώ να είμαι αξιοπρεπής εργαζόμενος, ας είμαι καλός πατέρας» λέει ο Παναγιώτης. Στα 41 του απολύθηκε και από τότε μεγαλώνει την κόρη του. «Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι είμαι μάγειρας και babysitter και από το απόγευμα ως το βράδυ δάσκαλος» λέει ο 39χρονος Σπύρος, πατέρας δύο αγοριών.

«Δεν είμαστε μπαμπάδες, σε ρόλο μητέρας. Είμαστε μπαμπάδες σε ρόλο γονιού» λέει ο Παναγιώτης. Από στέλεχος πολυεθνικής βρέθηκε στα 43 του να αλλάζει πάνες. Για τον ίδιο, «δεν έχει σημασία αν είσαι άντρας ή γυναίκα. Το μεγάλωμα του παιδιού χρειάζεται σωστό project management»

Πέμπτη, 10.30, έχει όπως κάθε πρωί ξεμπερδέψει με τις δουλειές του σπιτιού και με περιμένει στο γραφείο του μαζί με την Στέλλα, την 2,5 ετών κόρη του. Γραφείο αποκαλεί ο ίδιος, το γωνιακό τραπεζάκι στα Starbucks, δίπλα στο οποίο υπάρχει χώρος για το καρότσι της μικρής. «Ανωτέρα βία» λέει, βγάζει ένα τάπερ με φρουτόκρεμα από το πράσινο σακίδιο και ξεκινάει το τάισμα. Μέχρι πριν από 1,5 χρόνο τα είδη πρώτης ανάγκης του ήταν το λάπτοπ και η ατζέντα με τα ραντεβού του. «Τώρα είναι οι πιπίλες και τα μωρομάντιλα.». 

Ένα κύμα περικοπών στην πολυεθνική εταιρεία τροφίμων όπου δούλευε τον πέταξε στην ανεργία. «Μετά το πρώτο σοκ, συνειδητοποιείς ότι ή θα δουλέψεις για ψίχουλα ή θα αναλάβεις το παιδί. Η επιλογή για μένα ήταν μονόδρομος. Αν δεν το έκανα, θα έπρεπε να πληρώνω κάποιον άλλον να μένει με τη Στέλλα. Προς το παρόν αντέχω!» λέει ο ίδιος. Στην Αμερική μπαμπάδες σαν τον Παναγιώτη, ανήκουν στην κατηγορία «Mr Mom» δηλαδή του άντρα που μεγαλώνει το παιδί στο σπίτι αντί να επωμίζεται τα οικονομικά βάρη τις οικογένειας. Τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας στους άντρες, (23,8%) επηρέασε και τον κοινωνικό ρόλο του πατέρα.

«Στη δική μας κουλτούρα, ισχύει το πρότυπο του πάτερ φαμίλια. Κοινωνικά αποδεκτός είναι ο άντρας- κουβαλητής. Τα πεθερικά μου δυσκολεύονται ακόμα να αποδεχτούν το γεγονός ότι είμαι στο σπίτι με τα παιδιά. Όταν το λέω σε αγνώστους στην παιδική χαρά ή στον μανάβη, οι μισοί θεωρούν ότι η γυναίκα μου "μου έβαλε το φακιόλι" οι άλλοι μισοί ότι είμαι τεμπέλης» ισχυρίζεται ο Σπύρος. Είναι 38 ετών, δάσκαλος κιθάρας και πατέρας του Αλέξανδρου, 4 ετών και του 7 μηνών Παύλου. Ο τελευταίος, στρογγυλοκάθεται σαν Βούδας στην αγκαλιά του και παρατηρεί τις κινήσεις μου στο παράθυρο του skype. Μασάει με μανία «ρίζα μολόχας που ανακουφίζει από τον πόνο των δοντιών.». «Ψάχνω πολύ στο ίντερνετ» λέει διαβάζοντας την απορία στο πρόσωπό μου.

«Από δύο μηνών κρατάω τον Παύλο» λέει υπερήφανος. «Η γυναίκα μου δουλεύει σε οικογενειακή επιχείρηση και γύρισε σχεδόν αμέσως στη δουλειά. Εγώ δουλεύω διπλοβάρδια» συνεχίζει. «Από το πρωί μέχρι το μεσημέρι μάγειρας και babysitter και από το απόγευμα ως το βράδυ δάσκαλος».

«Κάθε μέρα έχω εγερτήριο στις 6.30» λέει ο Σπύρος και απαριθμεί τις καθημερινές δουλειές: «Μπουγάδα, μαγείρεμα, ψώνια, παράδοση παραλαβή από το σχολικό. Ό,τι χρειάζεται ένα σπίτι με 2 παιδιά». «Πλήττεται το κύρος σου;» τον ρωτάω. «Αντιθέτως. Στην αρχή το έκανα από ανάγκη. Πλέον είναι επιλογή μου. Τα παιδιά έχουν ανάγκη τον γονιό σ' αυτή την ηλικία».

«Χάνεται ο ανδρισμός του συζύγου που ασχολείται με το σπίτι και τα παιδιά;» ρωτάω τον Παναγιώτη. «Δεν είμαι άντρας-νοικοκυρά. Δε θα πιάσω να γυαλίσω τα ασημικά ή να ξεσκονίσω τα κρύσταλλα, ή να ανοίξω φύλλο. Αν προλάβω να απλώσω ένα πλυντήριο θα το απλώσω. Με το μαγείρεμα, τα πήγαινα πάντα καλά. Κι αυτό όμως δυσκολεύει όταν έχεις την προσοχή σου στραμμένη στο παιδί. Είναι ο αστάθμητος παράγοντας.».

«Αν μου το λεγες αυτό πριν από 3 χρόνια, που η ζωή μου ήταν η δουλειά μου, θα γελούσα» συνεχίζει ο ίδιος. «Δεν ήμουν της οικογένειας και του σπιτιού. Μόνο τα κουμπιά του πλυντηρίου ρούχων ήξερα να πατάω. Αυτή εδώ έφερε τα πάνω κάτω» λέει επιδιορθώνοντας τα κοτσιδάκια της μικρής. «Θα είναι ψέμα αν σου πω ότι δε μου λείπει η δουλειά μου. Θέλω να ξαναδουλέψω. Όχι επειδή μου είναι βάρος το παιδί ή το σπίτι. Για κάποιον που δουλεύει ασταμάτητα 20 χρόνια, με ελάχιστα ρεπό, αυτό που κάνω τώρα είναι διακοπές. Την δουλειά μου τη γουστάρω, έτσι όπως είναι τα πράγματα όμως και αφού δεν μπορώ να είμαι αξιοπρεπής εργαζόμενος, ας είμαι καλός πατέρας».

«Είμαι μια τυχερή σύζυγος» υποστηρίζει η σύζυγός του Ειρήνη που εργάζεται ως φυσιοθεραπεύτρια. «Δουλεύω περίπου 10 ώρες την ημέρα. Τουλάχιστον έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Χάνω τον ποσοτικό χρόνο με το παιδί μου, όπως οι περισσότερες μαμάδες, αλλά η Στέλλα είναι πολύ τυχερό παιδί που μεγαλώνει με τον μπαμπά της. Σε σχέση με άλλα κορίτσια είναι πιο δυναμική και ανεξάρτητη, δεν μιλάει "μωρουδίστικα" και διεκδικεί αυτό που θέλει. Έχω την εντύπωση ότι ωριμάζει γρηγορότερα». Το μόνο αρνητικό, σύμφωνα με την Ειρήνη «είναι το βομβαρδισμένο σπίτι. Όταν ένας άντρας λέει "έκανα δουλειές" εννοεί ότι πήγε τα πιάτα μέχρι τον νεροχύτη. Για να μαγειρέψει ένα φαγητό ο Παναγιώτης, χρειάζεται τρεις κατσαρόλες και ένα συρτάρι κουτάλια και πιρούνια». Σύμφωνα με την ίδια, «προφανώς αυτό που συμβαίνει δεν είναι για πάντα. Ο Παναγιώτης θα βρει δουλειά και η Στέλλα, έτσι κι αλλιώς, θα πάει στον παιδικό σταθμό. Είναι και οικονομικοί οι λόγοι. Ακόμα υπάρχουν λίγα χρήματα από την αποζημίωση, οπότε δεν έχουμε ζήσει στο πετσί μας την απόλυση του.».

Ευτράπελα της πατρότητας. «Ήταν περίπου 2 μηνών, τον είχα βγάλει έξω χωρίς καρότσι και ξεκίνησε να βρέχει. Βγάζω το μπουφάν μου, τυλίγω το μωρό για να μην βραχεί και αρχίζω να τρέχω προς το σπίτι. Και βέβαια έβαλε τα κλάματα. Φαντάσου τί έγινε. Ένας τρελός τρέχει με ένα παιδί κρυμμένο στο μπουφάν. Με κοιτούσαν σαν κλέφτη, με αποκορύφωμα, να με σταματήσει η αστυνομία για εξακρίβωση στοιχείων δυο στενά δίπλα από το σπίτι μου» θυμάται ο Σπύρος.

«Στην αρχή είχα άπειρες άγνωστες λέξεις. Είναι ένας κόσμος γεμάτος μικροαντικείμενα, πολλά από τα οποία δεν καταλαβαίνεις σε τί χρησιμεύουν. Υπάρχουν σεντόνια που μοιάζουν με πετσέτες αλλά δεν είναι σεντόνια, ούτε πετσέτες. "Ντροπή Παναγιώτη, σκέπασες το παιδί με τον σελτέ" μου είπε μια μέρα η πεθερά μου. Έψαχνα στο google τί είναι ο σελτές. Είναι ένα ύφασμα που στρώνεις πάνω στην αλλαξιέρα» Το άλλο πρόβλημα του, όπως λέει, είναι ότι «δε λέω καλά παραμύθια. Δε θυμάμαι ποτέ κανένα παραμύθι. Ξεκινάω να λέω την Χιονάτη και καταλήγω στην Σταχτοπούτα. Τώρα που έχει μεγαλώσει με διορθώνει. Όταν ήταν πιο μικρή την νανούριζα με αναμεταδόσεις ποδοσφαίρου. ».

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ