Τραγωδία στην Ηλιούπολη: Δύο παιδιά μάς ανάγκασαν να κοιτάξουμε όσα αποφεύγουμε
«Αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα» - Και μετά σιωπή.
Σοκ. Ίσως από τις λίγες φορές που αυτή η λέξη μοιάζει πραγματικά αρκετή για να περιγράψει αυτό που νιώσαμε ακούγοντας την χθεσινή τραγική είδηση. Δύο κορίτσια, μόλις 17 χρονών, ανέβηκαν στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη, κλείδωσαν την πόρτα, φόρεσαν ακουστικά και έπεσαν μαζί στο κενό. Η μία έχασε τη ζωή της. Η άλλη δίνει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
Και όσο περνούν οι ώρες, τόσο πιο βαριά γίνεται αυτή η σκέψη. Όχι μόνο για το ίδιο το γεγονός, αλλά για όσα μπορεί να προηγήθηκαν μέσα τους. Για τον πόνο που κουβαλούσαν δύο παιδιά και που ίσως κανείς δεν κατάφερε να δει εγκαίρως.
Τόσο στο σημείωμα που φέρεται να άφησε η μία από τις δύο κοπέλες όσο και στο ημερολόγιο της άλλης, -σύμφωνα τουλάχιστον με όσα έχουν γίνει μέχρι στιγμής γνωστά - , αποτυπώνονται έντονα συναισθήματα θλίψης, απαισιοδοξίας και φόβου για το μέλλον, ενώ γίνεται αναφορά ακόμη και στην πιθανότητα αποτυχίας στις Πανελλαδικές εξετάσεις.
Μην κάνουμε τον πόνο των παιδιών περιεχόμενο, ας γίνουμε η ασφάλειά τους
Και πραγματικά αναρωτιέμαι πώς φτάνει ένα παιδί 17 ετών να πιστεύει ότι δεν υπάρχει πια χώρος γι’ αυτό στη ζωή. Πώς γίνεται, ενώ βρίσκεται ακόμη στην αρχή της διαδρομής του, να αισθάνεται τόσο πιεσμένο, τόσο απογοητευμένο και τόσο μόνο, ώστε να χάνει κάθε ελπίδα για το μέλλον.
Σε μια ηλικία που θα έπρεπε να κυριαρχούν τα όνειρα, οι στόχοι και η αισιοδοξία, να βιώνει τόσο έντονο άγχος, φόβο και να μη βρίσκει λόγο να ζει.
Δεν μπορώ να μπω στη θέση αυτών των γονιών, ούτε καν να φανταστώ πώς μπορούν να διαχειριστούν αυτή την τραγωδία. Και ενώ πολλά θα ειπωθούν και ακόμη περισσότερα θα γραφτούν - μαρτυρίες, υποθέσεις και εικασίες - ίσως είναι πιο ουσιαστικό να στρέψουμε την προσοχή μας σε ένα πρόβλημα που βρίσκεται διαρκώς μπροστά μας, αλλά σπάνια του δίνουμε τη σημασία που πραγματικά αξίζει. Ένα πρόβλημα με το οποίο ασχολούμαστε ουσιαστικά μόνο όταν συμβεί κάποιο τραγικό, ή έστω σοβαρό, περιστατικό και η κοινωνία συγκλονιστεί προσωρινά, πριν επιστρέψει ξανά στην καθημερινότητά της.
Κι αυτό δεν είναι άλλο από την ψυχική υγεία.
Τα στοιχεία είναι πλέον αμείλικτα. Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα δεδομένα του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑ, το 2025 καταγράφηκαν συνολικά 579 περιστατικά αυτοκτονίας στην Ελλάδα. Οι ηλικίες 20 έως 24 ετών αντιστοιχούν περίπου στο 8,3% των καταγεγραμμένων περιστατικών ενώ οι ηλικίες 15 έως 19 ετών στο 2,9%. Και πίσω από κάθε αυτοκτονία, σύμφωνα με τους ειδικούς, αντιστοιχούν 20 έως 30 απόπειρες.
Την ίδια στιγμή, στοιχεία του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας δείχνουν ότι ένα ποσοστό από 12% έως 16% των εφήβων ηλικίας 14 έως 19 ετών προχωρά σε αυτοτραυματισμό. Και αυτό από μόνο του είναι μια σιωπηλή κραυγή που πολλές φορές δεν ακούμε (μόλις λίγες εβδομάδες πριν, μια ακόμη 17χρονη έχασε τη ζωή της πέφτοντας από τον Ισθμό της Κορίνθου).
Και δυστυχώς, όσο συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε την ψυχική υγεία ως ένα θέμα ταμπού ή ως κάτι που αφορά «κάποιους άλλους», θα συνεχίζουμε να αγνοούμε τα σημάδια που υπάρχουν γύρω μας. Γιατί τα σημάδια υπάρχουν: η έντονη θλίψη, η απομόνωση, η βία, η επιθετικότητα, οι απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά. Όλα αυτά πολλές φορές δεν είναι παρά εκφράσεις ενός θυμού, μιας πίεσης και μιας εσωτερικής ασφυξίας που συσσωρεύονται σιωπηλά, σαν τον ατμό μέσα σε μια χύτρα που κάποια στιγμή δεν αντέχει άλλο και εκρήγνυται.
Γι’ αυτό η ψυχική υγεία δεν πρέπει να μας απασχολεί μόνο όταν συμβεί μια τραγωδία, αλλά καθημερινά.
unsplash.com/ Anastasiya Badun
Πριν, λοιπόν, αρχίσουμε να επιρρίπτουμε ευθύνες ο ένας στον άλλο, ίσως χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας εκεί όπου πραγματικά πρέπει: στα ίδια τα παιδιά. Να προσπαθήσουμε να τα ακούσουμε ουσιαστικά, να κατανοήσουμε όσα αισθάνονται και συχνά δυσκολεύονται να εκφράσουν.
Ως γονείς αλλά και ως κοινωνία συνολικά, ίσως χρειάζεται να σκεφτούμε πόσο εύκολα συνηθίζουμε να θεωρούμε δεδομένο ότι τα παιδιά «θα τα καταφέρουν». Πόσες φορές η σιωπή τους πέρασε απαρατήρητη, πόσες φορές το άγχος, η πίεση ή μια απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά τους αντιμετωπίστηκαν σαν κάτι προσωρινό, σαν «μια δύσκολη φάση της εφηβείας». Κι όμως, πολλές φορές αυτά που δεν λέγονται δυνατά είναι εκείνα που βαραίνουν περισσότερο.
Γιατί πολλές φορές πίσω από μια σιωπή, μια απότομη αλλαγή συμπεριφοράς ή μια έκρηξη κρύβεται μια βαθιά ανάγκη για βοήθεια, κατανόηση και στήριξη.
Ζούμε σε μια εποχή που όλα τρέχουν.
Οι γονείς προσπαθούν καθημερινά να ανταπεξέλθουν σε υποχρεώσεις, δουλειές, οικονομικές πιέσεις και εξαντλητικά ωράρια, προσπαθώντας απλώς να τα προλάβουν όλα. Και τα παιδιά, την ίδια στιγμή, μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο όπου ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής τους περνά μέσα από μια οθόνη. Μέσα από τα social media, τις συγκρίσεις, την ανάγκη αποδοχής, τη διαρκή έκθεση, την αγωνία να είναι «αρκετά».
'Ομως, αυτό που τελικά χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί δεν είναι τα ακριβά ρούχα, τα τελευταία gadgets, ταξίδια, εξόδους και ...λεφτά. Είναι να νιώθει ότι έχει έναν άνθρωπο δίπλα του που θα το ακούσει χωρίς να το κρίνει. Που θα το αποδεχτεί ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του. Που θα του δώσει χώρο να μιλήσει όταν φοβάται, όταν ντρέπεται, όταν νιώθει χαμένο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο σήμερα: να είμαστε πραγματικά παρόντες. Όχι μόνο στο ίδιο σπίτι, αλλά συναισθηματικά παρόντες. Να αφήσουμε για λίγο τα κινητά, την κούραση, την πίεση της καθημερινότητας και να κοιτάξουμε πραγματικά το παιδί μας. Να το ρωτήσουμε πώς είναι και να περιμένουμε να ακούσουμε.
Πραγματικά να ακούσουμε...

