Η ερώτηση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που ακόμα μας εκθέτει: «Τι κάνεις για τους άλλους;»
Ένα παλιό ερώτημα επιστρέφει και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα τη στάση μας απέναντι στους άλλους.
Αφορμή για το παρόν κείμενο στάθηκε άρθρο του Psychology Today, το οποίο επανέφερε στο προσκήνιο ένα από τα πιο καίρια και διαχρονικά ερωτήματα που διατύπωσε ποτέ ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «Τι κάνεις για τους άλλους;». Ένα ερώτημα απλό στη διατύπωση, αλλά εξαιρετικά απαιτητικό στην ουσία του, ειδικά σε έναν κόσμο που έχει εκπαιδευτεί να μετρά την αξία με όρους ατομικής επιτυχίας.
Δύο φράσεις του Κινγκ είναι βαθιά χαραγμένες στη συλλογική μνήμη. Η πρώτη αφορά το όνειρό του για τα παιδιά του, «να ζήσουν σε ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους, αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους». Η δεύτερη, εμπνευσμένη από τον 19ου αιώνα κήρυκα και πολέμιο της δουλείας Θεόδωρο Πάρκερ, μιλά για το ηθικό σύμπαν που, όσο μακρύ κι αν είναι, τελικά κλίνει προς τη δικαιοσύνη.
Η πρώτη φράση αφορά το άτομο. Η δεύτερη την κοινωνία. Για τον Κινγκ, όμως, τα δύο δεν ήταν ποτέ αντίθετα ή ανταγωνιστικά. Η προσωπική ηθική και η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο. Ένας κόσμος δεν μπορεί να είναι πραγματικά δίκαιος αν δεν είναι και ανθρώπινος· ούτε πραγματικά ανθρώπινος αν δεν είναι και δίκαιος.
Το ερώτημα «Τι κάνεις για τους άλλους;» έρχεται να συμπυκνώσει αυτήν ακριβώς τη φιλοσοφία. Δεν είναι μια ρομαντική προτροπή, ούτε ένα ηθικό σύνθημα για αφίσες. Είναι μια ερώτηση που απαιτεί αυτοπαρατήρηση και ευθύνη. Προϋποθέτει ότι η ενσυναίσθηση αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, ότι η συμπόνια έχει αξία και ότι η φροντίδα για τον άλλον δεν είναι θεωρία, αλλά πράξη.
Κι όμως, αυτές οι παραδοχές σήμερα αμφισβητούνται ανοιχτά. Σύγχρονες θεωρίες, όπως ο ψυχολογικός εγωισμός, υποστηρίζουν ότι ο αλτρουισμός είναι απλώς μια μεταμφίεση του προσωπικού συμφέροντος. Δημόσια πρόσωπα με ισχυρή επιρροή αντιμετωπίζουν την ενσυναίσθηση ως αδυναμία, ως κάτι που «μαλακώνει» υπερβολικά τον άνθρωπο και τον απομακρύνει από την πρόοδο. Παράλληλα, φιλοσοφικές και επιστημονικές προσεγγίσεις θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την έννοια της ελεύθερης βούλησης, υποστηρίζοντας ότι οι επιλογές μας είναι προκαθορισμένες από κοινωνικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς.
Αν υιοθετήσει κανείς αυτές τις απόψεις άκριτα, τότε το ερώτημα του Κινγκ μοιάζει πράγματι περιττό. Αν όλα είναι εγωκεντρικά, αν η ενσυναίσθηση είναι ελάττωμα, αν δεν επιλέγουμε πραγματικά, τότε γιατί να αναρωτηθούμε τι κάνουμε για τους άλλους;
Κι όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Το ερώτημα του Κινγκ δεν είναι φιλοσοφικό τέχνασμα. Είναι κάλεσμα στάσης ζωής. Δεν απευθύνεται σε έναν ιδανικό άνθρωπο, αλλά στον πραγματικό. Σε εκείνον που ζει μέσα σε κοινωνικές ανισότητες, οικονομική ανασφάλεια, πολιτική κόπωση. Και εδώ η ελληνική πραγματικότητα δεν αποτελεί εξαίρεση.
Σε μια κοινωνία που έχει περάσει κρίσεις, πανδημία, κοινωνική κόπωση και διαρκή αίσθηση επισφάλειας, το «Τι κάνεις για τους άλλους;» αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Δεν σημαίνει ηρωισμό. Δεν σημαίνει αυτοθυσία χωρίς όρια. Σημαίνει επιλογές: πώς μιλάς, πού στέκεσαι, ποιον υπερασπίζεσαι όταν δεν σε συμφέρει, ποιον δεν προσπερνάς όταν μπορείς.
Ο Κινγκ δεν μίλησε ποτέ αφ’ υψηλού. Βγήκε στους δρόμους, φυλακίστηκε, χτυπήθηκε, στάθηκε δίπλα σε εργάτες, φτωχούς, αποκλεισμένους. Πλήρωσε με τη ζωή του τη συνέπεια λόγων και πράξεων. Γι’ αυτό και το ερώτημά του δεν είναι αφηρημένο. Είναι βαθιά πρακτικό: πώς μεταφράζεις τις αξίες σου στην καθημερινότητα;
Όταν ζούμε με σεβασμό και δικαιοσύνη προς τους άλλους, δεν χτίζουμε μόνο μια καλύτερη κοινωνία· χτίζουμε και έναν πιο ακέραιο εαυτό. Αυτό είναι το νόημα της «αγαπημένης κοινότητας» για την οποία μιλούσε ο Κινγκ: ένας κόσμος χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς πείνα, χωρίς διακρίσεις, όπου η ευημερία δεν είναι προνόμιο λίγων αλλά συλλογικό δικαίωμα.
Ίσως τελικά το ερώτημα «Τι κάνεις για τους άλλους;» να μην ζητά απάντηση με λόγια. Να ζητά απάντηση με στάση. Και αυτό το καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.
