Ο Δημήτρης Λιαντίνης είχε γράψει για την κατάντια στο τελευταίο γράμμα προς την κόρη του, Διοτίμα
Από την αρρώστια ενός παιδιού που μπορεί να γίνει μπίζνα για φράγκα μέχρι τη σεξουαλική κακοποίηση, την παιδική εργασία και τους πολέμους, ο άνθρωπος επιδεικνύει μια σχεδόν ανεξάντλητη εφευρετικότητα στην εκμετάλλευση των πιο ανυπεράσπιστων. Το 1998, ο Έλληνας πανεπιστημιακός και φιλόσοφος κατήγγειλε στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του το «κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του» που ετοιμάζουν οι ενήλικοι για τις επόμενες γενιές. «Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει».
«Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει», έγραφε ο Δημήτρης Λιαντίνης πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Ήταν 1η Ιουνίου 1998 όταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας εξαφανίστηκε στον Ταΰγετο, αφήνοντας στην κόρη του, Διοτίμα, μια επιστολή που εξακολουθεί να προσβάλλει την αυτοεκτίμηση του ανθρώπινου είδους. Ο συγγραφέας του Έξυπνον Ενύπνιον, του Χάσμα σεισμού και της Γκέμμα, που θάφτηκε ζωντανός, και που προηγουμένως είχε αναμετρηθεί με την αρχαία ελληνική σκέψη, την τραγικότητα της ύπαρξης και τον θάνατο, έφτανε σε μια διαπίστωση απελπιστικά απλή: ο άνθρωπος γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει στα παιδιά του. Και το κάνει.
Αυτό που καθιστά την επιστολή του τόσο ενοχλητική είναι η απουσία κάθε περιθωρίου ηθικής υπεκφυγής. «Εμείς οι ενήλικοι», έγραψε, χωρίς να αναζητήσει κάποιον βολικό αποδιοπομπαίο τράγο, έναν διεστραμμένο εγκληματία ή μια εξαιρετικά απάνθρωπη μειονότητα στην οποία θα μπορούσαμε να φορτώσουμε τις αμαρτίες ενός ολόκληρου πολιτισμού. Στο εδώλιο έβαλε εκείνους που έχουν την εξουσία να αποφασίζουν για τον κόσμο και το προνόμιο να μεταθέτουν τις συνέπειες των επιλογών τους στις γενιές που ακολουθούν, την ώρα που η ανθρωπότητα εξακολουθεί να εξυμνεί την πρόοδό της με μια αυταρέσκεια αντιστρόφως ανάλογη της ευθύνης που αναλαμβάνει απέναντι στα παιδιά της.
Αν ο καρκίνος των παιδιών γίνεται μπίζνα, δεν υπάρχει καμία σωτηρία για το ανθρώπινο είδος
Η υπόθεση της ΜΚΟ στη Θεσσαλονίκη, όπου ερευνάται η ενδεχόμενη υπεξαίρεση δωρεών για παιδιά με σοβαρές ασθένειες, μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια εκδοχή της ανθρώπινης εξαχρείωσης που ξεπερνά ακόμη και τα γενναιόδωρα όρια της συλλογικής μας ανοχής. Εάν οι κατηγορίες αποδειχθούν, κάποιοι θα έχουν καταφέρει να βγάλουν φράγκα από τον τρόμο γονιών που αγωνιούν για τη ζωή των παιδιών τους, έχοντας ανακαλύψει στον παιδικό καρκίνο μια επιχειρηματική ευκαιρία και στη φιλανθρωπία το ιδανικό άλλοθι για να εμπορεύονται την απόγνωση. Απαιτείται, ομολογουμένως, ένα ιδιαίτερο είδος ηθικής αναπηρίας για να αντικρίζει κανείς την αρρώστια ενός παιδιού και να σκέφτεται το προσωπικό του ταμείο.
Όταν ο πόνος ενός παιδιού γίνεται πηγή πλουτισμού, η ίδια η ανθρωπιά δέχεται το πιο βαρύ πλήγμα
Η Δικαιοσύνη θα αποφανθεί για τις ευθύνες, όμως το ερώτημα που γεννά μια τέτοια υπόθεση ξεπερνά τα όρια οποιασδήποτε δικογραφίας και αγγίζει μια από τις πιο δυσάρεστες αλήθειες για την ανθρώπινη φύση: την ικανότητά μας να κατανοούμε απολύτως τον πόνο του άλλου και να αξιοποιούμε αυτή ακριβώς τη γνώση εναντίον του. Για να εκμεταλλευτείς την αγωνία ενός γονιού, χρειάζεται πρώτα να αντιλαμβάνεσαι το μέγεθός της, να γνωρίζεις πόσο εύθραυστος γίνεται ο άνθρωπος όταν κινδυνεύει το παιδί του και πόσα είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για μια πιθανότητα σωτηρίας.
Η ανθρώπινη ευφυΐα, για την οποία τόσο καμαρώνουμε ως είδος, μπορεί να υπηρετήσει την πιο χυδαία απληστία με την ίδια αποτελεσματικότητα που υπηρετεί την επιστήμη, την τέχνη και την πρόοδο.
Και κάπου σε αυτή τη δυνατότητα αρχίζει η πραγματική φιλοσοφική δυσφορία, επειδή ο άνθρωπος έχει καταφέρει να μετατρέψει ακόμη και τη δυστυχία σε αντικείμενο συναλλαγής, να αποδώσει οικονομική αξία στην απελπισία και να περιβάλει την εκμετάλλευση με το κοινωνικά ευυπόληπτο λεξιλόγιο της προσφοράς. Αν κάποιος μπορεί να υπολογίζει το κέρδος του πάνω στην αρρώστια ενός παιδιού, τότε το πρόβλημα υπερβαίνει κατά πολύ την προσωπική του απληστία και φτάνει στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης συνείδησης, εκεί όπου η γνώση του καλού συνυπάρχει ανενόχλητη με την πρόθεση του κακού. Το εξοργιστικότερο είναι πως ακόμη και η ανθρωπιά μπορεί να γίνει εμπορικό σήμα, αρκεί να βρεθεί κάποιος πρόθυμος να την πουλήσει και αρκετοί άνθρωποι που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο ανθρώπινος πόνος θα έπρεπε να προκαλεί αυτονόητα τον σεβασμό.
Ο άνθρωπος ξέρει ακριβώς πού πονάς. Γι' αυτό ξέρει και πού να χτυπήσει
Η πιο ύπουλη μορφή ανθρώπινης σκληρότητας προϋποθέτει κάτι που συνηθίζουμε να θεωρούμε αρετή: να γνωρίζεις καλά τον άλλον. Στη σχέση των ενηλίκων με τα παιδιά, αυτή η γνώση αποκτά ιδιαίτερα επικίνδυνες διαστάσεις, αφού εκείνος που έχει αναλάβει να προσφέρει αγάπη και ασφάλεια διαθέτει ταυτόχρονα τη δύναμη να τις στερήσει. Μπορεί να ταπεινώνει ένα παιδί και να απαιτεί ευγνωμοσύνη, να καλλιεργεί τον φόβο και να τον αποκαλεί σεβασμό, να συνθλίβει την προσωπικότητά του με την ακλόνητη πεποίθηση ότι το διαπαιδαγωγεί σωστά. Η γονεϊκή ιδιότητα, άλλωστε, απονέμεται από τη βιολογία, η οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να εξετάσει την ηθική επάρκεια των υποψηφίων.
Στη σεξουαλική κακοποίηση, η κατάχρηση αυτής της εξουσίας φτάνει στα πιο αποτρόπαια όριά της, καθώς η εμπιστοσύνη, η εξάρτηση και η αδυναμία αντίστασης ενός παιδιού μπορούν να μετατραπούν σε όπλα εναντίον του. Ακόμη πιο αποκαλυπτική για την ηθική μας κατάντια είναι η ευκολία με την οποία ο περίγυρος μπορεί να επιστρατεύσει κάθε πιθανή δικαιολογία για να προστατεύσει την υπόληψη ενός ενήλικου προσώπου όταν προκύπτει μια καταγγελία. Η οικογενειακή γαλήνη, το κοινωνικό κύρος, οι γνωριμίες και οι επαγγελματικές ισορροπίες αποκτούν ξαφνικά μεγαλύτερη σημασία από την ανάγκη να διερευνηθούν όσα καταγγέλλονται και να προστατευτεί ο ανήλικος. Φαίνεται πως ορισμένοι άνθρωποι θεωρούν την παιδική αθωότητα ιερή μέχρι τη στιγμή που η υπεράσπισή της απειλεί την προσωπική τους βολή.
Και επειδή η ανθρώπινη απληστία ουδέποτε περιορίστηκε στα όρια της οικογένειας, η ίδια περιφρόνηση απέναντι στον ανυπεράσπιστο αποκτά παγκόσμια κλίμακα, με την παιδική εργασία να εξυπηρετεί οικονομικά συμφέροντα, την εμπορία ανηλίκων να αποτιμά ανθρώπινες ζωές σε χρήμα και τους πολέμους να καταστρέφουν γενιές που δεν πρόλαβαν καν να αποκτήσουν λόγο για τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκαν. Έχουμε θεσπίσει διεθνείς συμβάσεις, έχουμε αναγνωρίσει αναφαίρετα δικαιώματα και έχουμε αφιερώσει ολόκληρη νομική και πολιτική ορολογία στην προστασία των παιδιών, ενώ η πραγματική αξία της ζωής τους εξακολουθεί να εξαρτάται από το πού γεννήθηκαν, πόσα χρήματα διαθέτουν οι γονείς τους και ποια συμφέροντα εξυπηρετεί η δυστυχία τους. Για ένα είδος που υπερηφανεύεται τόσο για την ηθική και πνευματική του εξέλιξη, η απόσταση ανάμεσα σε όσα διακηρύσσει και σε όσα επιτρέπει αποτελεί μια μάλλον ταπεινωτική αποτίμηση της προόδου του.
Ο πολιτισμός μάς έμαθε να δικαιολογούμε ακόμη και τη βαρβαρότητά μας
Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ανθρώπου είναι ενδεχομένως η ικανότητά του να διαπράττει το κακό διατηρώντας ακέραιη την εκτίμηση προς τον εαυτό του. Η συνείδησή του αποδεικνύεται εξαιρετικά συνεργάσιμη όταν διακυβεύεται το προσωπικό συμφέρον, ενώ η γλώσσα αναλαμβάνει να εξωραΐσει ακόμη και τις πιο χυδαίες συμπεριφορές. Η απληστία βαφτίζεται φιλοδοξία, η αδιαφορία ρεαλισμός και η εκμετάλλευση αναγκαιότητα, με αποτέλεσμα η ανθρώπινη εξαχρείωση να αποκτά συχνά κοινωνική νομιμοποίηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και κύρος.
Η μόρφωση, η κοινωνική καταξίωση και η οικονομική ευμάρεια δεν προσφέρουν καμία εγγύηση ηθικής ακεραιότητας, αφού ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει άριστα τις αρχές της δικαιοσύνης και να τις παραβιάζει με την ίδια άνεση που τις επικαλείται. Μπορεί να υπερασπίζεται δημόσια τα δικαιώματα των παιδιών, να συγκλονίζεται από την κακοποίησή τους και να επιστρέφει ατάραχος σε μια καθημερινότητα όπου η εκμετάλλευσή τους αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτη πραγματικότητα. Η αυτοεξαπάτηση αποτελεί ίσως την πιο βολική ανθρώπινη επινόηση, καθώς μας επιτρέπει να αισθανόμαστε αξιοπρεπείς χωρίς να χρειάζεται να συμπεριφερόμαστε αναλόγως.
Ο Δημήτρης Λιαντίνης, που είχε αναμετρηθεί φιλοσοφικά με την ανθρώπινη αλαζονεία και την τραγικότητα της ύπαρξης, έθεσε στην τελευταία επιστολή του ένα ζήτημα πολύ βαθύτερο από την καταδίκη μεμονωμένων εγκλημάτων. Το «εμείς οι ενήλικοι» στερεί από τον άνθρωπο την ευκολία να αποδίδει κάθε φρικαλεότητα σε κάποιο τέρας και να επιστρέφει ανακουφισμένος στην πεποίθηση ότι ο ίδιος ανήκει στους καλούς. Η προσωπική του απόφαση να θέσει τέλος στη ζωή του υπήρξε τραγική, όμως η σκέψη που άφησε πίσω του εξακολουθεί να εκθέτει έναν πολιτισμό που καμαρώνει για την πρόοδό του, ενώ παραδίδει στις επόμενες γενιές τον λογαριασμό της απληστίας και της αλαζονείας του.
Έχουμε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσουμε το ανθρώπινο γονιδίωμα, να εξερευνήσουμε το Διάστημα και να θεσπίσουμε οικουμενικά δικαιώματα, χωρίς να έχουμε εξαλείψει την εκμετάλλευση ούτε των πιο ανυπεράσπιστων παιδιών. Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του πολιτισμού μας να είναι η ευκολία με την οποία συγχέουμε την πρόοδο της νοημοσύνης με την πρόοδο της συνείδησης.
Το τελευταίο γράμμα του Δημήτρη Λιαντίνη προς τη Διοτίμα

