Γιατί οι γυναίκες ψάχνουν στο ίντερνετ αν αυτό που έγινε στη δουλειά τους είναι όντως πρόβλημα
Με αφορμή πρόσφατο άρθρο των Financial Times για τις γυναίκες που αναζητούν online απαντήσεις όταν βιώνουν άνιση μεταχείριση στη δουλειά, εξετάζουμε τι σημαίνει να χρειάζεσαι δεύτερη γνώμη για την ίδια σου την εμπειρία και ποιος τελικά αποφασίζει τι λογαριάζεται ως «πρόβλημα».
Πριν μια γυναίκα αποφασίσει αν θα μιλήσει για κάτι που συνέβη στη δουλειά της, συχνά χρειάζεται πρώτα να αποφασίσει τι ακριβώς συνέβη. Αυτή η δεύτερη διαδικασία, η ερμηνεία της εμπειρίας, σπάνια περιγράφεται ως μέρος της εργασίας, παρότι μπορεί να καταναλώσει χρόνο, ενέργεια και εμπιστοσύνη στην ίδια της την κρίση. Το ερώτημα «ήταν πράγματι πρόβλημα;» μεταφέρει την ευθύνη από τη συμπεριφορά που προκάλεσε την ενόχληση στη γυναίκα που καλείται να την αξιολογήσει.
Εκεί αρχίζει η αναζήτηση στο διαδίκτυο. Όχι πάντα με στόχο να βρεθεί μια οριστική απάντηση, αλλά για να συγκριθεί μια ατομική εμπειρία με άλλες, να εντοπιστούν λέξεις που την περιγράφουν και να φανεί αν πρόκειται για ένα περιστατικό ή για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Οι Financial Times έγραψαν πρόσφατα για γυναίκες που αναζητούν online πλαίσιο και επιβεβαίωση όταν βιώνουν άνιση μεταχείριση στην εργασία. (ft.com) Η επιλογή αυτή λέει κάτι για τη θέση που έχει αποκτήσει το διαδίκτυο, αλλά λέει ακόμη περισσότερα για το κενό που καλείται να καλύψει.
«Κι αν μου βρουν κάτι;»: Γιατί ο φόβος της διάγνωσης κρατά πολλές γυναίκες μακριά από τη μαστογραφία
Στην επαγγελματική ζωή, πολλές συμπεριφορές κρίνονται μέσα σε ένα πλαίσιο που τις μικραίνει. Η υποτίμηση μπορεί να παρουσιαστεί ως χιούμορ, η άνιση αντιμετώπιση ως παρεξήγηση και η αντίδραση ως υπερβολή. Όταν η ίδια η περιγραφή ενός περιστατικού αμφισβητείται, η εργαζόμενη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα επιπλέον καθήκον: να αποδείξει πρώτα στον εαυτό της ότι η ενόχλησή της έχει βάση, πριν εξετάσει αν θέλει ή μπορεί να τη μεταφέρει σε κάποιον αρμόδιο.
Η αναζήτηση γνώμης από άλλες γυναίκες λειτουργεί τότε σαν μια άτυπη διαδικασία διασταύρωσης. Δεν υποκαθιστά τη νομική συμβουλή, την επίσημη αναφορά ή την ευθύνη του εργοδότη, προσφέρει όμως έναν τρόπο να εξεταστεί η εμπειρία έξω από το περιβάλλον όπου συνέβη. Η αναγνώριση ενός κοινού μοτίβου μπορεί να περιορίσει την αμφιβολία και να βοηθήσει μια εργαζόμενη να αποφασίσει ποιο βήμα θέλει να κάνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε απάντηση που βρίσκει online είναι ακριβής ή κατάλληλη για τη δική της περίπτωση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία στην Ελλάδα δείχνουν γιατί η εμπιστοσύνη στους επίσημους μηχανισμούς έχει σημασία. Στην έρευνα Her Work. Her Voice της Deloitte, στην οποία συμμετείχαν περίπου 1.200 γυναίκες που εργάζονται στη χώρα, το 51% δήλωσε ότι έχει βιώσει συμπεριφορές αποκλεισμού ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Τα περισσότερα περιστατικά δεν καταγγέλλονται, με τον φόβο αντιποίνων και την κανονικοποίηση τέτοιων συμπεριφορών να αναφέρονται ανάμεσα στους λόγους. (deloitte.com) Η έρευνα δεν μέτρησε την online αναζήτηση, επομένως δεν τεκμηριώνει πόσες γυναίκες στρέφονται πρώτα στο διαδίκτυο. Τεκμηριώνει, όμως, τη δυσκολία που προηγείται μιας καταγγελίας και εξηγεί γιατί η αναζήτηση εξωτερικής επιβεβαίωσης μπορεί να μοιάζει ασφαλέστερη από την άμεση προσφυγή στον εργοδότη.
Το διαδίκτυο προσφέρει πρόσβαση σε εμπειρίες που διαφορετικά θα έμεναν ιδιωτικές, αλλά η πρόσβαση δεν ισοδυναμεί με προστασία. Οι πλατφόρμες δεν ελέγχουν αν μια συμβουλή είναι σωστή, δεν εγγυώνται εμπιστευτικότητα και συχνά επιβραβεύουν την πιο απόλυτη εκδοχή μιας σύνθετης ιστορίας. Η online συζήτηση μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση ενός προβλήματος, ενώ η αξιολόγηση των επιλογών και των συνεπειών απαιτεί αξιόπιστη ενημέρωση και, όπου χρειάζεται, εξειδικευμένη υποστήριξη.
Το ουσιαστικό ζήτημα βρίσκεται συνεπώς στην απόσταση ανάμεσα στην εμπειρία και στην επίσημη αναφορά της. Όταν μια γυναίκα θεωρεί ευκολότερο να ζητήσει γνώμη από αγνώστους παρά να μιλήσει στον μηχανισμό που έχει ο οργανισμός για να διαχειρίζεται τέτοια περιστατικά, η εμπιστοσύνη προς αυτόν τον μηχανισμό έχει ήδη κλονιστεί. Η ονομασία «Ανθρώπινο Δυναμικό» δεν αρκεί για να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας, ειδικά όταν η εργαζόμενη φοβάται ότι η αναφορά μπορεί να επηρεάσει τη θέση, τη φήμη ή την εξέλιξή της.
Η online αναζήτηση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την ανάγκη για πληροφορία.
Αφορά και την κατανομή της ευθύνης. Όσο η γυναίκα καλείται να ελέγξει μόνη της αν δικαιούται να ενοχληθεί, να συγκεντρώσει αποδείξεις και να προβλέψει το κόστος μιας αναφοράς, η συζήτηση παραμένει στραμμένη στη δική της αντίδραση. Το ερώτημα που αξίζει να μεταφερθεί στους χώρους εργασίας είναι διαφορετικό: τι κάνει ένας οργανισμός ώστε οι εργαζόμενες να μπορούν να αναφέρουν όσα συμβαίνουν χωρίς να χρειάζεται πρώτα να ζητήσουν από το διαδίκτυο άδεια να τα πάρουν στα σοβαρά;

